Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΠΕΡΙ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ



Κι επειδή εκτός από  τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και τις ελληνοτουρκικές αψιμαχίες στο Αιγαίο είχαμε και τον εμβολισμό ελληνικού περιπολικού από τούρκικο πλοίο που ανέβασε σε υψηλό τόνο, ένθεν κακείθεν  του Αιγαίου, τον εθνικιστικό λόγο, οι ανησυχίες για εφαρμογή σχεδίων που ευνοούν ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς μοιάζει να μην είναι εξωπραγματικές.
               Και νιώθει κανείς αδύναμος να κατανοήσει, να επιλέξει για να δράσει. Είναι που με τον εκλεπτυσμό των μεθόδων της ιδεολογικής επιβολής και ενσωμάτωσης, με  την αδιαφάνεια και την επαγγελματοποίηση της πολιτικής ζωής, με την αποδοχή της  συναινετικής δημοκρατίας που βασίζεται καταρχήν στην ιδεολογική επικράτηση των αστικών δυνάμεων  έχει αλωθεί η σκέψη μας.
               Κι αν στην  αστική ιδεολογία το έθνος θεωρείται η ανώτατη εξωιστορική και υπερταξική μορφή κοινωνικής ενότητας, ένα σύνολο με ταυτόσημα τα βασικά συμφέροντα για όλα τα κοινωνικά στρώματα που το συγκροτούν, χωρίς να ομολογείται πως αυτά ταυτίζονται με της άρχουσας τάξης, δεν μπορεί  όμως  να παραβλεφθεί πως σε συνθήκες καπιταλισμού το εθνικό ζήτημα μπορεί να οδηγεί από την μια σε αφύπνιση εθνικής ζωής και πάλη ενάντια σε κάθε ζυγό, από την άλλη σε ανάπτυξη κάθε είδους σχέσεων μεταξύ εθνών αλλά και στη δημιουργία ενότητας του κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο, πβ. Ευρωπαϊκή Ένωση.  Ο αγώνας λοιπόν των λαών για αυτοδιάθεση στα χρόνια μας μπορεί να πάρει όχι πια όπως στον 19ο αιώνα αντιφεουδαρχικό ή όπως στον 20ο αντιαποικιακό αλλά κυρίως αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πολύχρονος αγώνας των Παλαιστινίων να συγκροτήσουν κράτος ανεξάρτητο  και οι αντιδράσεις από διεθνείς στρατιωτικούς ή διπλωματικούς οργανισμούς και μεγάλες δυνάμεις για να μη το καταφέρουν.
               Εξάλλου, η κυρίαρχη εξουσία του καπιταλισμού διαθέτει όλη την ευελιξία και πειστικότητα πότε να χρησιμοποιεί τον επιθετικό και φιλοπόλεμο εθνικισμό σαν όργανο της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, όπως συνέβη με την πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία,  πότε να χρησιμοποιεί την ελευθερία και δημοκρατία για να διασπάσει και αποδυναμώσει υποτάσσοντας το χάος που δημιουργεί στα ιμπεριαλιστικά σχέδιά της, όπως συμβαίνει με όλες τις πυροδοτούμενες έγχρωμες επαναστάσεις των τελευταίων ετών.  
               Το μοντέλο αποδυνάμωσης κρατικών οντοτήτων που περιλαμβάνει καταστροφή του έθνους –κράτους και κατά συνέπεια της κεντρικής οικονομίας και διακυβέρνησης μοιάζει να επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια.  Ο πρακτικός στόχος δεν είναι άλλος από την αποσύνθεση της κρατικής κεντρικής κυριαρχίας στην εθνική οικονομία, στη δημόσια υποδομή και στον όποιο πλούτο του έθνους που θ’  αντικατασταθεί  από ομοσπονδίες και αποκεντρωμένες εξουσίες, που θα επιβληθούν από την ιμπεριαλιστική δύναμη και δεν θα επιλεγούν από τους ίδιους τους λαούς,  για να επιτρέπουν στον ιμπεριαλισμό να κυριαρχεί μ’ ένα υποτιθέμενο προοδευτικό μάλιστα έμβλημα ελευθερίας και δημοκρατίας.
                Κι επειδή τα τελευταία χρόνια η εξ αριστερών κριτική στο ΚΚΕ επικεντρώνεται στη …σοβινιστική του στροφή που καταγγέλλει την τούρκικη προκλητικότητα κατηγορώντας το ότι έτσι εξυπηρετεί συμφέροντα της αστικής τάξης, αναρωτιέται κανείς για τη σκοπιμότητα της επανάληψης της ίδιας κριτικής που ενίσχυσε την εναντίον του πολεμική στα παλιότερα χρόνια. Τότε που ο Ν. Ζαχαριάδης, γγ. γραμματέας  του  ΚΚΕ, ενός  κόμματος ταξικού  και διεθνιστικού, με το πρώτο γράμμα από τη φυλακή προέτρεπε τους έλληνες να πολεμήσουν εναντίον του Μουσολίνι κι αργότερα με την ίδρυση του ΕΑΜ όταν το κόμμα  πήρε την πρωτοβουλία οργάνωσης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Κι έτσι επιτεύχθηκε στη διάρκεια της κατοχής η οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των εργατών και αγροτών, με τους αστούς ή αποτραβηγμένους από καιροσκοπισμό μέχρι να περάσει το κακό ή αντίπαλους σ’ αυτόν τον αγώνα, που πήρε τελικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, εναρμονίζοντας εθνικά και ταξικά στοιχεία και ταυτίζοντας το στόχο της εθνικής ενότητας  με το ταξικό περιεχόμενο  των στόχων του ΚΚΕ. Ο εθνικός αγώνας απελευθέρωσε στην περίπτωση αυτή και δεν χειραγώγησε το προλεταριάτο, ενώ  κι ο εθνικός αγώνας πήρε αντιιμπεριαλιστική μορφή.
               Το όποιο εθνικό ζήτημα δεν μπορεί να υποτιμάται και στην αναζήτηση λύσης του να  παραβλέπεται η  εσωτερική ή εξωτερική κατάσταση. Δεν είναι απλώς ένα αξίωμα εφαρμοζόμενου επί χάρτου, ανεξαρτήτως των συνθηκών, η επιδίωξη ήττας σε κάθε πόλεμο για μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο για κατάργηση του αστικού καθεστώτος. Ταξική συνειδητοποίηση και συνοχή είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην περιορίζεται η ευαισθησία μας σε εθνικά ζητήματα με κίνδυνο εκμετάλλευσής μας από την άρχουσα τάξη κι εκφυλισμού της όποιας αγωνιστικότητας μας.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑ



Και μετά το συλλαλητήρια για τη Μακεδονία με το Μίκυ Θεοδωράκη, που θεωρεί πως αυτοί της Χρυσής Αυγής την πατρίδα «την αγαπούν αλλά με ένα τρόπο εριστικό», σε ρόλο δολώματος των φασιστών που ψαρεύουν πελατεία στα θολά νερά του εθνικισμού, μας προέκυψε το σκάνδαλο της Novartis. Δέκα πολιτικούς δείχνουν προστατευόμενοι μάρτυρες στις καταθέσεις τους να εμπλέκονται σε υποθέσεις δωροδοκίας της φαρμακοβιομηχανίας κι αυτοί αντί να αντικρούσουν τις κατηγορίες στηρίζουν την υπερασπιστική τους γραμμή στην αμφισβήτηση της  αναξιοπιστίας των μαρτύρων. Και σχεδόν στο σύνολό τους μοιάζει να έχουν χάσει την ψυχραιμία τους και να επαναλαμβάνουν το στερεότυπο περί πολιτικής σκευωρίας. Κι από κοντά οι δημοσιογράφοι, σαν να βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, αποδεικνύουν για άλλη μια φορά πως οι ελευθερίες του τύπου και της γνώμης είναι χίμαιρες του παλιού καιρού. Κι έτσι ποιος θα τολμήσει να εναντιωθεί στην αστική εξουσία και τους υπηρέτες της, τα ΜΜΕ και τους πολιτικάντηδες;
Και πάλι ένα κουβάρι αποκαλύψεις, παραπλανήσεις και συμβιβασμοί. Αποκαλύπτεται πως υψηλόβαθμοί  πολιτικοί του προ μνημονίων δικομματισμού   έχουν μπλεχτεί  σε βρώμικη υπόθεση διαφθοράς και  ιδιοποίησης δημόσιου χρήματος. Στο τέλος δεν θα είναι έκπληξη αν φανεί πως πολύς θόρυβος για το τίποτε. Όλοι τους θα βραχνιάζουν φωνάζοντας δικαιοσύνη, ενώ ο πιο αναλώσιμος από τους κατηγορούμενους για το σκάνδαλο μπορεί και να  τιμωρηθεί, για να μας μπουκώσουν με την ψευδαίσθηση απόδοσης δικαιοσύνης. Κι ίσως γι’ αυτό ο Α. Γεωργιάδης τόσο απελπισμένα ανάρθρως κραυγάζει. Γιατί αν οι πιο υπεροπτικοί και οι πιο σκληροί απέναντι στο λαό υπήρξαν αυτοί  που έχοντας βγει από τις λαϊκές τάξεις υψώθηκαν απάνω  απ’  αυτόν είτε χάρη στην ευλυγισία τους είτε χάρη στις γροθιές τους δεν θα πρέπει όμως να ξεχνούν ούτε στιγμή πως είναι και οι πρώτοι αναλώσιμοι.
Κι είναι όλο αυτό το σκάνδαλο με τη Novartis μια από τις περιπτώσεις που κρύβει την καταχθόνια εξουσία του καπιταλισμού, των τερατωδών βιομηχανικών, χρηματιστηριακών,  οικονομικών δυνάμεων που μανουβράρουνε τις τύχες των κρατών, όλων των εργαζομένων.  Δημοκρατίες, φασισμοί, όλα τους έρχονται  βολικά.  Όλα μπορούν να χρησιμέψουν, η ληστεία και ο ιδεαλισμός, η ευγένεια και η ατιμία, για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά τους.  Κι επειδή πια κανείς που στριμώχνεται για λίγα ψίχουλα εξουσίας   δεν είναι αφελής για να την πατήσει από άγνοια, είναι αυτονόητο πως η διαφοροποίηση παίζεται στο αντάλλαγμα. Ανάλογα  με τα γούστα και το αντάλλαγμα,  δόξα,  χρήμα η έγκλημα. Οι κολακείες της ματαιοδοξίας, τα δωράκια που χρησιμοποιούνται σαν δόλωμα ακόμα και  μια υπόσχεση  βοηθούν στον εξανδραποδισμό. Το  παιχνίδι θα είχε κερδηθεί, όσο οι ταξικοί αγώνες είναι σε ύφεση, αν  όλοι αυτοί που θέλουν να διαφεντεύουν τον κόσμο μπορούσαν να βρεθούν σύμφωνοι για τη μοιρασιά του. Γιατί η πολιτική, η οικονομία, η διανόηση έχουν μπλεχτεί τόσο πολύ με την αστυνομία, το στρατό των κρατών που όλοι αυτοί καταλήγουν να αποτελούν  ένα σώμα. Δεν ξέρει πια κανείς  μέσα σ’ αυτό το ενοποιημένο ανακάτωμα ποιος συλλαμβάνει και ποιος συλλαμβάνεται. Τις πιο πολλές φορές ένας αλληλοεκβιασμός καταστρέφει κάποιους.
          Κι αν  οι μηχανισμοί για προώθηση των σκευασμάτων της που χρησιμοποιούσε η φαρμακοβιομηχανία αποκαλύπτονται από τις ΗΠΑ αυτό δεν δείχνει παρά πως όταν απειλούνται συμφέροντα ανταγωνιστών και κλονίζονται στοιχειώδεις κανόνες οικονομικού παιχνιδιού που δεν αφήνουν περιθώρια για διαπραγματεύσεις και συναινετικές διανομές μεταξύ των ενδιαφερομένων, τότε οι ανταγωνιστές αλληλοκαρφώνονται και ο ένας δίνει τον άλλο.  Και οι  καινούργιοι σύμμαχοι που προκύπτουν δελεάζουν τους εργαζόμενους ανά τον κόσμο με υποσχέσεις πάταξης της διαφθοράς για να τους χρησιμοποιήσουν  μόνο για τους δικούς τους σκοπούς.
Και μήπως αυτές οι μέθοδοι πλουτισμού δεν είναι αρκετά διαδεδομένες και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιημένες; Πώς δημιουργείται ο πλούτος τόσων ανθρώπων, εγχωρίως και διεθνώς, που συνωστίζονται στην πολιτική, καλλιτεχνική, πνευματική ζωή; Με κάτι τέτοιες αποκαλύψεις, όταν πρόσκαιρες σκοπιμότητες και αλληλοϋποβλέψεις αποκαλύπτουν ορισμένα ονόματα, από καιρού εις καιρόν θα αποσύρονται μερικοί αλλά πάντα θα μένουν αρκετοί να συνεχίζουν.
Και η κυρίαρχη ιδεολογία θέλει να μας πείσει ότι όλα, κατάρρευση θεσμών και προσώπων,  είναι ευθύνη μερικών ανθρώπων, άντε και κάποιων εταιρειών, που καταχράστηκαν εξουσία, χρήμα κλπ. Μόνο που σ’ όλο τον καπιταλιστικό κόσμο ευνοούνται οι μηχανισμοί, ανάλογα με τα συγκυριακά και ιδιοτελή συμφέροντα,   οι οποίοι επιτρέπουν απρόσκοπτα την παραβίαση κανόνων, που  υποστηρίζονται μάλιστα και από θεσμικά πλαίσια, που προσδιορίζουν τις συμπεριφορές έναντι του δημοσίου χρήματος και συμφέροντος.  Γιατί η νομιμότητα και η απονομή δικαιοσύνης σε τέτοια ζητήματα  είναι περισσότερο θέμα προσωπικών προνομίων, συγκυρίας, συσχετισμού δύναμης  παρά αποτέλεσμα ισότητας δικαίου και ηθικής επιλογής. Αρχές και κανόνες που επέβαλλαν οι λαϊκοί αγώνες στο αστικό κράτος για περιορισμό των αυθαιρεσιών των καπιταλιστών, μόλις αλλάξουν οι ταξικοί συσχετισμοί αναιρούνται αυθαίρετα  ή και με χίλιες δικαιολογίες.
Κι αν η αποκάλυψη τέτοιων σκανδάλων έχει κάτι θετικό είναι γιατί αποκαλύπτει την πραγματική φύση του καπιταλισμού, πόσο ισχύ έχουν δικαιώματα και νόμοι και πώς ελέγχεται η κατεύθυνση, ενεργοποίηση ή αναστολή θεσμικών λειτουργιών για να εξασφαλιστεί το κέρδος.

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ



Οι οργανωτές στην Αθήνα του συλλαλητηρίου για τη Μακεδονία προσπάθησαν να αποφύγουν τα λάθη της Θεσσαλονίκης που αποκάλυπταν τόσο την ταυτότητα των οργανωτών όσο και τη στόχευσή τους. Με τον εθνικιστικό λόγο προσπάθησαν να αποσπάσουν και να καρπωθούν τη λαϊκή συναίνεση, ισοπεδώνοντας τις ταξικές αντιθέσεις πίσω από μια πλαστή εικόνα εθνικής ενότητας. Με τον καλυμμένα φασιστικό λόγο σε ρόλο θεραπευτή και με  λεκτικά, περί εθνικής ενότητας, τσιρότα επιχείρησαν να πείσουν για τον τρόπο επούλωσης  …τραυμάτων  που δημιουργούν οι αντιθέσεις στο κοινωνικό σώμα.
               Γι’ αυτό το σκοπό επιστρατεύτηκε και ο Μίκης Θεοδωράκης και αυτός, ασμένως όπως αποδείχτηκε, δέχτηκε την πρόσκληση. Κι ακούγοντάς τον να δηλώνει  προς τα αδέλφια του φασίστες, τρομοκράτες, ναζιστές, αναρχικούς, τραμπούκους,  μ’  ένα …ιδιότυπο χιούμορ ακατανόητο, ότι θα μιλήσει με «λόγια σταράτα και πατριωτικά», όπως τον δίδαξε σε όλη του τη ζωή ο κυρίαρχος λαός  και να συμπληρώνει  στη συνέχεια της ομιλίας του πως περιφρονεί και μάχεται το φασισμό «σε όλες του τις μορφές και προπαντός στην πιο απατηλή και επικίνδυνη μορφή του. Την αριστερόστροφη», ο πειρασμός για ψυχολογικές  ερμηνείες της συμπεριφοράς του συνθέτη που απαξίωσε λαϊκούς αγώνες και αγωνιστές, από τους οποίους ξεπήδησε το μεγάλο έργο του και με το οποίο τους εξέφρασε, δεν είναι αμελητέος.
 Συγχρόνως,  η συνειδητοποίηση, τόσο βασανιστική,   της αναντιστοιχίας πολιτικών επιλογών και καλλιτεχνικού έργου του συνθέτη προκαλεί ευρύτερους προβληματισμούς για τη «σχέση προσωπικότητας και καλλιτεχνικού έργου». Η άποψη του Κ. Βάρναλη μοιάζει να δίνει μια απάντηση σ’ αυτούς τους προβληματισμούς.
               «Ξεχωρίζουμε δυο μεγάλους «τύπους» καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο καλλιτέχνης ή εκφράζει ό,τι είναι ή εκφράζει ό,τι θα ήθελε να είναι (ο,τι του λείπει). Στην πρώτη περίπτωση θα ίσχυε το αξίωμα: «ό,τι ο άνθρωπος και το έργο του». Αλλά και στην περίπτωση αυτή: α) Ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφράζει όχι ολάκερο τον εαυτό του, μα το καλύτερο μέρος του, ό,τι δηλαδή ή αξίζει ή συμφέρει να εκφραστεί (…) β) Ο καλλιτέχνης μπορεί  να εκφράζει όχι τον εαυτό του, όπως είναι, μα τον εαυτό του, όπως τον νομίζει, πώς είναι· δηλαδή την ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Αν άξαφνα ο Αλή πασάς έγραφε ποιήματα, θα υμνούσε τη θεά δικαιοσύνη, γιατί χε την ιδέα, πως είναι δίκιος. Στην περίπτωση αυτή θα ίσχυε αλλιώς το αξίωμα: «ό,τι η ιδέα του ανθρώπου για τον εαυτό του, τέτιο είναι και το έργο του». Δηλαδή το αξίωμα αχρηστεύεται.
               Μα κάθε άνθρωπος είναι σύνθεση της ατομικής του ιδιοσυστασίας και του περιβάλλοντος· του υποκειμένου και του αντικειμένου, του Εγώ και του Συ. Η ατομικότητα μονάχη δεν είναι, λέγει ο Ντυρκέμ, ο «αποχρών λόγος» των ατομικών πράξεων. Η ατομικότητα εκφράζει με ιδιοτυπία το διανοητικό και συναισθηματικό περιεχόμενο της ομαδικής ζωής. Επομένως κι ο καλλιτέχνης εκφράζει, θέλει δεν θέλει, μέσα στο έργο του είτε κατά τρόπο καταφατικό είτε κατά τρόπον αρνητικό τα έξω απ’ αυτόν κοινωνικά προστάγματα. Π.χ. αν ο Σολωμός μέσα στα ποιήματά του παρουσιάζεται υμνητής  του ιδεαλιστικού έρωτα αυτό δεν θα πει, πως η βαθύτερη φύση του έκλινε σ’ αυτήν την φυσιολογική εκτροπή, μα πως ο ιδεαλισμός είτανε ο κυρίαρχος τρόπος της σκέψης και του συναισθήματος και της καλαισθησίας εκείνου του καιρού. Ο Σολωμός δηλαδή δεν ύμνησε τον καλύτερο έρωτα από δική του προτίμηση, μα υπακούοντας στην τότε φιλοσοφική και αισθητική μόδα.
               Όταν λοιπόν νοήσουμε τον άνθρωπο σύνθετο μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούμε να εφαρμόζουμε το αξίωμα, που είπαμε, γιατί δεν μένει τίποτες άλλο στο άτομο παρά μονάχα η ικανότητα να εκφράζει καλαισθητικά την εποχή του βάζοντας στο έργο του την ατομική του  σφραγίδα –κάνοντας έργο προσωπικό. Μα τότες το αξίωμα πρέπει να διατυπωθεί έτσι: «κάθε έργο με τάλαντο είναι έργο που δεν μοιάζει με τα άλλα της ίδιας σχολής». Επειδή όμως κανένας άνθρωπος  δεν μπορεί να ξεφύγει τη μοίρα του περιβάλλοντός του, οι θιασώτες της υπερφυσικής και υπερλογικής καταγωγής  της Τέχνης πιστεύουνε, πως ακριβώς οι μεγάλοι δημιουργοί βγαίνουν από το περιβάλλον τους, δηλαδή από τον κόσμο της αναγκαιότητας και πηδούνε σαν ελικόπτερα στον κόσμο της απόλυτης ελευθερίας!
               Οσοι υποστηρίζουνε την αντιστοιχία ανάμεσα στον άνθρωπο και στο έργο του θέλουνε προ πάντων να υποστηρίζουνε, πως ένα έργο καλαισθητικά τέλειο δεν μπορεί να προέρχεται από ψυχή ηθικά ατελή. ‘Ητοι η καλλιτεχνική ενέργεια ανάγεται στην ηθική ικανότητα του  ανθρώπου. Π.χ. το έργο του Βιγιόν δε μπορεί να είναι μέγα, γιατί ο ποιητής του είτανε του σκοινιού  και του παλουκιού (…)
               Εμείς ωστόσο δεν πρέπει να  είμαστε θύματα του ίδιου a priori τυπικού  ορθολογισμού. Πρέπει να ξέρουμε, πως η καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια ξέχωρη ικανότητα της ψυχής καθώς και του ματιού, του αφτιού και του χεριού. Δεν προϋποθέτει καθόλου την ισοδύναμη ανάπτυξη όλων των άλλων ψυχικών και σωματικών ικανοτήτων. ¨Ολες βέβαια μπαίνουνε σε ενέργεια την ώρα της δημιουργίας, μα η συμβολή τους στο καλό ή κακό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από την τελειότητά τους. Ανήθικοι, τρελοί, ανώμαλοι τύποι μπορεί να είναι μέγιστοι καλλιτέχνες (πολλοί υποστηρίξανε, πως η μεγαλοφυία είναι μια μορφή τρέλας) όπως μπορεί οι πιο ισόρροποι, ηθικοί και κανονικοί τύποι να ναι γελοίοι καλλιτέχνες –ή επιστήμονες, ή πολιτικοί, ή στρατηγοί ή ό,τι άλλο θέλετε. Σ’ αυτά τα ζητήματα  το αποτέλεσμα μονάχα λογαριάζεται. Άλλωστε, όταν ο καλλιτέχνης δημιουργεί ένα έργο ωραίο, το δημιουργεί με τα καλύτερά του στοιχεία. Την ώρα εκείνη είναι τέλειος. Μόνο ο πρόστυχος  άνθρωπος, που εξυπηρετεί πρόστυχους σκοπούς, δε θα κάνει ποτές καλλιτέχνημα ηθικό»
                ( Κ. Βάρναλη, Αισθητικά-Κριτικά, τ. α. σελ. 76-78 εκδ. Κέδρος, 1981)  

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΑ



Και αφού  η αντίδρασή μας  για την οικονομική μας εξαθλίωση οκτώ χρόνια τώρα αν δεν εξαντλήθηκε σε λόγια περιορίστηκε σε απαίτηση ανάληψης  δράσης  δια αναθέσεως, πεπεισμένοι πως στο κάτω –κάτω δεν μπορεί κάτι να αλλάξει,  αίφνης το Μακεδονικό ανέτρεψε άρδην αυτή την αντίληψη. Ξαφνικά πιστεύουμε πως  τα συλλαλητήρια απέκτησαν κύρος και έχουν τη  δύναμη να επηρεάσουν την πολιτική της κυβέρνησης, γιατί γίνονται για εθνικό ζήτημα.  Η ειδοποιός λοιπόν διαφορά με τις προηγούμενες διαμαρτυρίες είναι το αντικείμενό τους. Η προπαγάνδα του εθνικισμού στην οποία είχε προσδώσει η κυρίαρχη εξουσία κυρίως αντικομμουνιστική κατεύθυνση σ’ όλη την μεταπολεμική περίοδο αποδίδει καρπούς, τουλάχιστον ως προς την αδυναμία ανάπτυξης πολιτικής συνείδησης.
 Κι αν μέρος της αστικής τάξης, μ’ ένα κοσμοπολίτικο βλέμμα, φαίνεται να αντιμετωπίζει κριτικά τον εθνικισμό, αυτό δεν την εμποδίζει να χρησιμοποιεί το μηχανισμό του αστικού  κράτους για να ενισχύσει εθνικιστικές αντιλήψεις, αφού τον χρησιμοποιεί ως όργανο για τη δημιουργία και την κατάκτηση  της πανεθνικής αγοράς  και την επιβολή της κυριαρχίας της,  εξασφαλίζοντας ταξική ειρήνη στο εσωτερικό και αποσπώντας τις υποτελείς τάξεις από τα ταξικά τους καθήκοντα. Κι αν πριν από 26 χρόνια με την  αλαζονεία του νεόπλουτου μικροαστού, του κατά προσδοκίαν συνδαιτυμόνα με τις κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης απαιτούσαμε με τα συλλαλητήρια μας να επιβληθούμε στο νεότευκτο κράτος, τώρα μέσα από την παραίτηση και αποδοχή της εξαθλιωμένης ζωής μας βρίσκουμε την ευκαιρία να κραυγάσουμε για κάτι που πιστεύουμε μας δίνει γόητρο και ανωτερότητα. Το έθνος μας το αιώνιο και αναλλοίωτο στο χρόνο δικαιώνει τις δράσεις μας και μόνο που γίνονται εν ονόματί του. Κι έτσι καταπολεμιέται η πίκρα και η  ξεραΐλα από τη συναίσθηση της κοινωνικής ματαιότητας της ζωής μας, κι έτσι μπορεί να συνυπάρχει ο υπέρτατος ατομικισμός μας με τον εθνικισμό μας. Κι αγωνιζόμαστε να κρύψουμε κάτω από μια αλαζονεία ελεύθερης εκλογής την προσαρμογή μας στην κυρίαρχη πολιτική, όπου από υπολογισμό ή λιποψυχία έχουμε υποταχτεί. Και κάπως έτσι το πνεύμα μας εκπορνεύεται.
Και στήνονται οι μηχανισμοί που θα εκμεταλλευτούν  τις νέες ατραπούς στις οποίες κατευθύνεται η αγανάκτηση. Από τη στιγμή μάλιστα  που μια ιδέα  γίνεται επικρατέστερη ή πηγαίνει να γίνει κατατάγονται πολλοί στην υπηρεσία της να την αξιοποιήσουν. Αν η ιδέα ταλαντεύεται ταλαντεύονται κι αυτοί μυρίζοντας τον αέρα. Αν όμως για κακή τύχη πεθάνει ξαφνικά, δεν κάθονται να χάσουν τον καιρό τους στην κηδεία. Επευφημούν κιόλας τον ζωντανό βασιλιά. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή από την εποχή του πρώτου μνημονίου με τον τότε αρχηγό της Ν.Δ.  Α. Σαμαρά που ακολουθώντας την αγανάκτηση του κόσμου για το μνημόνιο κραύγαζε εναντίον του.Την αναγνωρίζουμε τώρα  στις επιλογές του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ.  Μητσοτάκη, του  αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου κλπ. Κι όλοι κολυμπάμε μέσα σ’ έναν συμβιβασμό σκέψεων που δεν διακρίνει κανείς ούτε το αριστερό χέρι από το δεξί, όλα είναι ανακατωμένα. Και οι φασίστες μοιάζουν να βρίσκονται στο φυσικό τους χώρο, με τις εθνικιστικές κορώνες τους, τον κόσμο που υποκρινόμενος τον ανεξάρτητο πέρα από κόμματα και ιδεολογίες συγκλίνει μαζί τους.
Κι αν στον καιρό της ευμάρειας ανακαλύπταμε όλο και καινούργιες ιδεολογίες, πότε ο πολιτισμός, πότε η διαφορετικότητα, πότε η οικολογία κλπ. με την προσοχή μας τεταμένη μήπως και δεσμευτούμε από έναν τρόπο σκέψης, αγωνιζόμενοι να σώσουμε την ελευθερία μας και να μην φυλακίσουμε το πνεύμα μας στα κάγκελα  ενός δόγματος, στα χρόνια της ανέχειας ξαναγυρίσαμε, ξεπεσμένοι μεσοαστοί και  μικροαστοί, στην παλιά καλή ιδεολογία του εθνικισμού με την ελευθερία μας …αλώβητη. Κι αν το έθνος μοιάζει με εκπεσμένη χρηματιστηριακή αξία που την αγοράζουν αυτοί που το καπιταλιστικό κράτος  δεν τους έχει αφήσει και πολλές επιλογές, η ελευθερία είναι το κατεξοχήν ανταλλακτικό εμπόρευμα. Όποιος θέλει να είναι ελεύθερος  του χρειάζονται λεφτά.  Κι όποιος θέλει λεφτά πρέπει να πουλήσει την ελευθερία του. Κι αποδεικνύουμε μαθηματικά ακριβώς επειδή είμαστε ελεύθεροι ότι είναι δικαίωμά μας να την πουλήσουμε. Μας είναι αρκετό να θέλουμε   εκείνο για το οποίο μας αγοράζουν. Και τότε το θέλουμε. Κι αμέσως βρίσκουμε και επιχειρήματα γι’ αυτό.
Η τόνωση εθνικιστικών τάσεων, που διακριτικά καλλιεργείται εκ των άνω, ακόμα κι αν μοιάζει να αντιτίθεται σε επιλογές της κυρίαρχης εξουσίας περισσότερο στοχεύει να ελέγξει  το πολιτικό σκηνικό στο νέο status quo της αέναης οικονομικής λιτότητας επιβάλλοντας νέα κριτήρια για τους πολιτικούς ρόλους των αστών. Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό εθνικής ενότητας μοιάζει να είναι  πιο εύκολο να αναδυθεί με νέα μορφή η «σοβαρή Χρυσή Αυγή», ενώ πάντα ένα τμήμα  «πεφωτισμένο» και φιλελεύθερο της  αστικής τάξης, που επιπλέει στο κέντρο του στροβιλισμού των εκατομμυρίων, κρατά αποστάσεις μέχρι να περάσει το κακό, να καθαρίσει το τοπίο με τη βοήθεια των φασιστών, για μπορέσει να αναλάβει τη διαχείριση της νέας υποδούλωσής μας. Κι εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος. Γιατί,  αν όλα αυτά τα πλήθη που «συνωστίζονται» στα συλλαλητήρια σίγουρα δεν είναι φασίστες, αυτό δεν σημαίνει πως δεν κατευθύνονται προς ατραπούς που τα οδηγούν στο φασισμό.