Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ



Και θα πρέπει να πειστούμε για την κανονικότητα στην οποία επιστρέφουμε. Κυβέρνηση και αστική αντιπολίτευση καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες για να μας πείσουν. Η κυβέρνηση επιμένει για επιστροφή  της ελληνικής οικονομίας στην «ευρωπαϊκή κανονικότητα»,  με τον  πρωθυπουργό να  διαβεβαιώνει πως η οικονομία «γυρίζει σελίδα» και ότι «έχουμε τη δυνατότητα να περιγράψομε το δρόμο της διεξόδου με μεγαλύτερη σαφήνεια», ενώ θεωρεί  την επάνοδο της  χώρας στις αγορές «σημαντικό ορόσημο στην πορεία προς την έξοδο από την κρίση». Και η Νέα Δημοκρατία χωρίς καμιά διαφοροποίηση, όπως και το τέως ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ και λοιπά πασοκογενή ή νεοφιλελεύθερα κομματίδια, στις βασικές πολιτικές επιλογές, στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει το ρόλο της καταναλώνει τον αντιπολιτευτικό της λόγο στα περί ορθοδοξίας, παρελάσεις και αριστείες. Και  τα εναπομείναντα, μέχρι ολοκλήρωσης της νέας μοιρασιάς,  τηλεοπτικά κανάλια, αυτά αναδεικνύουν ως προβλήματα, μαζί  βέβαια με τις απειλές  που οι ΗΠΑ  εκτοξεύουν εναντίον της Βόρειας Κορέας –να μας βρίσκεται για κάθε ενδεχόμενο ένας παγκόσμιος εύκαιρος εχθρός, εκτός από την ισλαμική τρομοκρατία. Ενώ η ανεργία, η ανασφάλιστη κι επισφαλής εργασία,  η φτώχεια κι εξαθλίωση εντασσόμενα στα πλαίσια της  καπιταλιστικής κανονικότητας που πια θα βιώνουμε τ’ απορροφά η δική μας  ρημαγμένη καθημερινότητα.
 Μοιάζει λοιπόν σαν η  κανονικότητα να έχει αποκατασταθεί. Είναι η κανονικότητα σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον, με την απόλυτη εκμετάλλευση του εργαζομένου, κι αν αποκαλύπτεται η σκληρότητά της, με τις νέες συνθήκες εργασίας για τους εργαζόμενους, καταβάλλεται κάθε προσπάθεια αυτές να γίνουν αποδεκτές, ύπουλα και απειλητικά. Και σε ένα μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων και προβληματικών που γλύτωσαν προς το παρόν την εξαθλίωση αυτή η κανονικότητα που μας υπόσχονται φαίνεται πως βρίσκει υποστηρικτές.  Και ίσως δεν  απέχουμε και πολύ να παραδεχτούμε πως όλα πηγαίνουν καλά. Ανεξάρτητα βέβαια αν οι εργαζόμενοι πεθαίνουν στη θέση τους, σύμφωνα με τους κανονισμούς, χωρίς πολλά παρακάλια, αν οι άνεργοι βουβοί κι αόρατοι δεν βρήκαν  λέξεις ακόμα για να μιλήσουν.
Το παρόν έχει ανοίξει μια μεγάλη καταπαχτή και τα παίρνει όλα. Είναι το βάραθρο που όλοι κυλιόμαστε μέσα του. Ακόμα κι αν δεν βλέπουμε τις αιτίες, προπάντων τους υπεύθυνους, δεχόμαστε στο πρόσωπό μας τη δηλητηριασμένη ανάσα τους. Ακούμε λόγια που στολίζουν με ιδανικά και οράματα, όπως στολίζουν λουλούδια και χαρτάκια τα κουτάκια δώρων, τη φτώχεια και την εξαθλίωση για να μη νιώθουμε αηδία για τις συγκινητικές λέξεις που ξεστομίζουν τα μεγάλα στόματα –«όλοι μαζί μπορούμε».
Γι’ αυτό και  πρέπει να ξαναβρούμε την επαφή μας με την πραγματικότητα κάτω από το βουνό των λέξεων που  την έχει σκεπάσει. Κι είναι ο κομμουνιστικός  λόγος που αποκαλύπτει αυτήν την πραγματικότητα, γι΄ αυτό κατηγορείται για ξύλινος.  
  Η διαφορά και η αντίθεση ανάμεσα σ’  εκείνους που κατέχουν κι εκείνους που παράγουν τα υλικά αγαθά, και κατά προέκταση και τα πνευματικά, γίνεται όλο και  μεγαλύτερη και βαθύτερη. Κι αν συνεχίζεται να υποδεικνύεται η  πνευματική έκπτωση αιτία της εξαθλίωσής μας,  κι αν γίνεται λόγος για σωτηρία πνεύματος η ίδια η πραγματικότητα το διαψεύδει,  εφόσον κάθε  πνευματική ανάπτυξη   προϋποθέτει την εξασφάλιση των υλικών όρων διαβίωσής.  Είναι το σώμα μας   αυτό που πρέπει να σωθεί. Το άθλιο αυτό σώμα, αυτό το ράκος, αυτή η μιας μέρας ζωή, που μόλις και καταδέχονται να το πιάσουν στα χείλη τους οι όψιμοι ιδεαλιστές, που δεν έχουν και πολλή  ανάγκη ν’ ανησυχούν γι’ αυτό αφού δεν τα βολεύουν και άσχημα. Πρώτα το σώμα.. Κι αν γίνεται λόγος  για πνευματική ελευθερία δεν εννοούν τίποτε άλλο παρά   την ελευθερία του κυρίαρχου ατόμου χωρίς προβλήματα επιβίωσης και όχι  του συνόλου, και αυτή  η ατομική πνευματική ελευθερία  δεν είναι παρά η αποδέσμευση  του ατόμου από κάθε κοινωνική ευθύνη. Ο μικροαστισμός επί των επάλξεων.
                Με τις εμπειρίες των τελευταίων ετών γίνεται φανερό πως κανείς δεν μπορεί να υπολογίζει σε διανοούμενους, πολιτικούς κι επιστήμονες καριέρας, σε αστούς και μικροαστούς που επιβίωσαν σ’ αυτήν την επταετία της οικονομικής κρίσης και γαντζώνονται από αυτήν την υπόσχεση κανονικότητας, για να διασώσουν τις συνήθειές τους, συνήθειες αποκαταστημένων αστών. Κι αν ανάμεσα τους   δεν λείπουν κι αυτοί που βλέπουν την κατάσταση με καθαρότητα, ακόμα κι αυτοί που βλέπουν τι πρέπει να κάνουν, όμως δεν πρόκειται να σαλέψουν ούτε την άκρη από το μικρό τους δαχτυλάκι προκειμένου να το κάνουν. Άλλοι εξαιτίας της πονηρής και δειλής σύνεσής τους, άλλοι γιατί ανεβασμένοι ψηλά δεν έχουν πια κανένα όφελος για να αλλάξουν την τάξη πραγμάτων, άλλοι γιατί λιγότερο ή περισσότερο ασυνείδητα φοβούνται την ανατροπή. Αν και θα μπορούσαν να παραδεχτούν μια τάξη διαφορετική από αυτή όπου είναι  καλοκαθισμένοι, δεν  μπορούν να ανεχτούν την ανατροπή από αδυναμία ν’ αλλάξουν σπίτι, ακόμα κι αν βλέπουν πως η παλιά τους παράγκα είναι καταδικασμένη. Κι έτσι  τα μνημόνια και τις  πολιτικές λιτότητας στην τελική τα δικαιώνουν, γιατί προστατεύουν και κατοχυρώνουν ένα σύνολο κανόνων, κοινωνικών σχέσεων και  συμφερόντων που προϋποθέτει η ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης προς όφελος του καπιταλισμού. 
 Και πάντα έχουν όλοι αυτοί –έχουμε πολλοί από μας- την ανομολόγητη ελπίδα πως η εκπόρθηση του καταφυγίου τους θα αναβληθεί, θα διατηρηθεί όσο κι αυτοί. Είναι η  παντοτινή λιπόψυχη επωδός ανθρώπων και κομμάτων που θεωρητικά ευαγγελίζονται την ανατροπή, την επανάσταση –σοσιαλιστές, μεταρρυθμιστές, αστοί ρεφορμιστές- μόνο που καλύτερα να γίνει αργότερα όταν οι ίδιοι δεν θα υπάρχουν.
 Κι όμως  η σκέψη συνεχίζεται και η απόφαση παίρνεται σιγά –σιγά. Κι είναι το ΚΚΕ εκφραστής των συμφερόντων των λαϊκών μαζών που διαφωτίζει αλλά και οργανώνει την εργατική τάξη προσδίδοντας στις δράσεις και ενέργειες οργανωμένο χαρακτήρα και ταξικό προσανατολισμό για τη δημιουργία της νέας κοινωνίας.

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ



Η παρακολούθηση της ειδησεογραφίας, όπως φτάνει σ’ εμάς για τα διαδραματιζόμενα στη Βενεζουέλα ή στην Παλαιστίνη, τη Συρία ή την  Υεμένη, επιβεβαιώνει πως οι ιδέες και οι αξίες που υποστηρίζουν την καπιταλιστική τάξη έχουν συντριπτικό πλεονέκτημα έναντι των ιδεών και των αξιών που την αμφισβητούν έστω και κατ’ ελάχιστον ή την αντιμάχονται. Αυτή η ιδεολογική κυριαρχία μπορεί μάλιστα να είναι επιτυχής ακριβώς επειδή επιτυγχάνεται από την ψευδαίσθηση της ελευθερίας του λόγου, του ανοικτού ανταγωνισμού και της πολιτικής πολυφωνίας. Μάλιστα η μαζική αύξηση της εισβολής των ΜΜΕ όσο και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης  στην καθημερινή μας ζωή, που ενθαρρύνουν και ενισχύουν την διάχυση της πληροφορίας και την  ανατροφοδότηση με συμμετοχή σε συζητήσεις και σχολιασμό, σημαίνει πως η εξάρτησή  μας απ’ αυτά τείνει να γίνει ολοκληρωτική, και υπαρκτός ο κίνδυνος για συνεχώς μειούμενη ικανότητά μας διάκρισης αλήθειας από ψέμα 
          Κι αν η πληροφορία διαχέεται σήμερα εύκολα και γρήγορα σε όλο και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού που έχουν τη δυνατότητα της ελευθερίας της έκφρασης, εκεί που παλιότερα αποτελούσε προνόμιο μόνο περιορισμένων και κλειστών κύκλων, το πρόβλημα βρίσκεται πια στην ίδια την πληροφορία. Κι αν ο  δυτικός κόσμος  επαίρεται για  την ελευθερία λόγου και έκφρασης που εξασφαλίζει είναι γιατί δεν χρειάζεται  σε χώρες με αναπτυγμένη οικονομία της αγοράς και  αστική δημοκρατία  ο έλεγχος και η χειραγώγηση να γίνονται με διώξεις και απαγορεύσεις, αφού εύκολα εξαγοράζονται εφημερίδες, μισθώνονται συγγραφείς, στο εμπορευματοποιημένο, πλήρως ανταγωνιστικό,  τοπίο της διαχείρισης της πληροφορίας.  Επιπλέον η κυριαρχία των μεγάλων πρακτορείων ειδήσεων που αποτελούν τις μοναδικές πηγές άντλησης της διεθνούς επικαιρότητας και είναι τα πιο πολλά τοποθετημένα σε οικονομικά εύρωστες εθνικές οικονομίες, και η συγκέντρωση των ΜΜΕ σε λίγους κάνει προβληματικό το βαθμό ανεξαρτησίας τους όχι μόνο από την κρατική εξουσία αλλά  και κυρίως από το κεφάλαιο που  κι αυτή υπηρετεί. Εξάλλου δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι βασικός παράγοντας της δημιουργίας των πρακτορείων ειδήσεων ήταν η αποικιοκρατία, να εξασφαλίζεται στις μητροπόλεις της δύσης άμεση ενημέρωση για την οικονομική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στα υπερπόντια εδάφη τους. Εξασφαλιζόταν έτσι η πλήρης και έγκυρη, με την οπτική του δυτικού,  ενημέρωση όχι μόνο της κρατικής εξουσίας αλλά και των επιχειρηματιών που είχαν αναπτύξει οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές στις αποικίες.  
Κι επειδή λοιπόν είναι τα πρακτορεία ειδήσεων που στην τελική καθορίζουν την ημερήσια θεματολογία της πληροφόρησης, επιλέγοντας ποιο γεγονός θα πρέπει να γίνει είδηση και να απασχολήσει την κοινή γνώμη, εθνική και διεθνή, ο αξιακός προσανατολισμός τους είναι καθοριστικός. Γιατί μπορεί να υποστηρίζεται μεν από το κυρίαρχο αξιακό σύστημα η ελευθερία του τύπου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι δημοκρατικές διαδικασίες αλλά όλα αυτά μέσα στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς, δηλ. των καπιταλιστικών σχέσεων. Κι αφού όλοι οι οργανισμοί παροχής πληροφοριών πρέπει  να παραμένουν ανταγωνιστικοί και  να αυξάνουν τον όγκο εργασίας τους για να αποκτήσουν περισσότερα κέρδη, ποια εγγύηση υπάρχει πως η  προβολή της επικαιρότητας δεν θα γίνεται σύμφωνα με τις επιθυμίες των χρηματοδοτών τους, είτε είναι κράτος είτε επιχειρήσεις;  Θα μπορούσαν να διαδίδουν ιδέες, εικόνες και αξίες που δεν είναι συμβατές με τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής που έχει ανάγκη από άνοιγμα νέων αγορών, επέκταση επιχειρήσεων και κατά συνέπεια εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης; Κι εξάλλου πώς είναι δυνατό το κάθε πρακτορείο ειδήσεων να απεκδύεται  τις ιδέες και τις σκέψεις μιας  πολιτικής της οποίας κι αυτά είναι μέρος;
         Πάνω από δυο χρόνια η Σαουδική Αραβία και οι συν αυτώ βομβαρδίζουν και καταστρέφουν την Υεμένη που αν έρχεται στο προσκήνιο θα είναι για την επιδημία χολέρας, που μοιάζει να μην τη συνδέουν με τον πόλεμο.
      Σχετικά με την πολιτική κατάσταση στη Βενεζουέλα, της οποίας, στα καθ’ ημάς, η πολιτική κατάσταση υπήρξε σανίδα σωτηρίας για  να ασκήσει το αντιπολιτευτικό της έργο η Νέα Δημοκρατία, μένει η εντύπωση πως ο Μαδούρο κατέχει παρανόμως την προεδρική θέση και είναι μισητός στην συντριπτική πλειοψηφία του λαού.
         Έξι  χρόνια που κρατά ο πόλεμος στη Συρία κυριαρχεί η εντύπωση της εμφύλιας διαμάχης κι είναι ο Ερυθρός Σταυρός που τον Απρίλιο προειδοποίησε ότι η  κατάσταση στη Συρία ισοδυναμεί πλέον με διεθνή ένοπλη σύρραξη.
            Το Ισραήλ, που έχει αποκλείσει κοντά δυο εκατομμύρια παλαιστίνιους σε μια λωρίδα γής, και έχει καταδικάσει σε αργό θάνατο τους Παλαιστίνιους,  δίνει την εντύπωση στις περισσότερες ειδήσεις να κρατά το ρόλο του αμυνόμενου.
        Γιατί  δεν είναι μόνο η διαχείριση της είδησης, αλλά και ο τρόπος που η πληροφορία που μεταδίδεται  οργανώνεται και εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα, το είδος της πληροφορίας που προβάλλεται, η αποσιώπηση κάποιων πτυχών της που συμβάλλουν στην επιβολή μαζικής ψεύτικης συνείδησης στις παραστάσεις μας για μας τους ίδιους και τον κόσμο. Και γίνεται κανείς καχύποπτος για πολλές ειδήσεις, γιατί ακόμα κι αν τα πρακτορεία, διεθνή κι εθνικά, πολλές φορές αποδεικνύουν την εγκυρότητά τους έχει κανείς την εντύπωση ότι αυτή παίζει το ρόλο του δολώματος στην όλη επιχείρηση της πληροφόρησης, για να τραβήξουν πελατεία, να γίνει πειστική η οπτική τους που διαμορφώνει  σε τελική ανάλυση τη ματιά μας στον κόσμο και που  εμμέσως σε κάθε περίπτωση αυτή η οπτική τους στην πραγματικότητα συντηρεί την καπιταλιστική ηγεμονία.

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

ΠΕΡΙ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ Ο ΛΟΓΟΣ



Διαβάζουμε στην Καθημερινή σε άρθρο του Α. Λακασά για την απόφαση του υπουργείου Παιδείας να ορίζονται οι σημαιοφόροι στα  δημοτικά σχολεία με κλήρωση: «Ο ΣΥΡΙΖΑ, πλήττοντας την έννοια της αριστείας, στοχεύει στην εξίσωση των μαθητών προς τα κάτω, καθώς δεν επιθυμεί να αμβλύνει υπέρ των αδυνάμων τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες του εκπαιδευτικού συστήματος και την ίδια στιγμή δεν θέλει να καταργήσει τις παρελάσεις δυσαρεστώντας τους ΑΝΕΛ». Στην ίδια περίοδο,  η περίφημη αριστεία των …φιλελεύθερων καπιταλιστών που συναντιέται  με την έγνοια για την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, σηματοδοτούν τη σκόπιμη σύγχυση συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης. Με αποφάσεις σε θέματα ήσσονος σημασίας  η μεν κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ,  με το προοδευτικό περιτύλιγμα που τις συνοδεύει  θέλει να πείσει για το αριστερό της προφίλ η μεν αντιπολίτευση να πείσει για την ύπαρξή της και τη διαφοροποίησή της από την κυβέρνηση. Δεν υπάρχει καμιά διαφοροποίηση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, κι ούτε στο εκπαιδευτικό σύστημα μ’ αυτήν την απόφαση δρομολογείται η διαμόρφωση ενός άλλου τύπου ανθρώπου. Μικροπολιτική συμπεριφορά απλώς, κοκορομαχίες  που όμως στοχεύουν  να συντηρούν, όπως και άλλες τέτοιες παρόμοιες,  το πολιτικό σύστημα.
               Αυτό δεν σημαίνει πως ο λόγος περί αριστείας είναι απλές πομφόλυγες, παρόλο τον ευτελισμό της από τους πολιτικούς μας. Η αριστεία και η αξιοκρατία γίνεται η πιο προβεβλημένη ιδεολογία της καπιταλιστικής μας κοινωνίας, ιδιαίτερα όταν οι θέσεις και οι ευκαιρίες σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο σε κρίση είναι περιορισμένες και η υπόσχεση για ισότητα ευκαιριών εκ των πραγμάτων διαψεύδεται. Όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης το κυρίαρχο σύστημα έχει κάνει σημαία του την αριστεία, όταν προβάλλει τους ικανούς και άξιους που έχουν ξεφύγει από τη φτώχεια, που μπόρεσαν και άνοιξαν νέους δρόμους στο επάγγελμά τους, που έκαναν σωστές επιλογές στις επενδύσεις τους κλπ. Και το υπονοούμενο συμπέρασμα δεν είναι άλλο πως όλοι οι υπόλοιποι που είναι χωρίς δουλειά, φτωχοί κι ανήμποροι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την κατάστασή τους. Η αριστεία καθ’  ομοίωση του καπιταλιστικού συστήματος. Κι αγνοούμε ή αρνούμαστε το τεράστιο  ποσοστό υπευθυνότητας, τρυφερότητας, συμπόνιας  και συντροφικότητας που υπάρχει στον κόσμο παρόλη την απανθρωπιά του.
               Κάθε πολιτικό σύστημα και κάθε μορφή κοινωνίας στηρίζει και στηρίζεται σε μια θεωρία για τη φύση του ανθρώπου, την οποία δεχόμαστε χωρίς δισταγμό πως είναι όπως είναι. Θεωρούμε απόλυτα φυσικό να αναπτύσσουμε ανταγωνιστικότητα, ακόμα κι επιθετικότητα στη δουλειά μας και στη ζωή μας και να γίνεται σκοπός μας η επιτυχία στο χρηματικό κέρδος. Κι αυτός ο σκοπός ζωής γίνεται κοινά αποδεκτός, συνεπικουρούμενος και από αντίστοιχες επιστημονικές αντιλήψεις. Είναι όμως οι συνθήκες της κάθε κοινωνίας που φτιάχνουν  τον τύπο του ανθρώπου που ζει μέσα της κι εφόσον ο άνθρωπος δεν παύει ποτέ ν’ αλλάζει  το περιβάλλον και τις συνθήκες, αλλάζει και ο ίδιος. Δεν υπάρχει λοιπόν αμετάβλητη κληρονομική ανθρώπινη φύση που δεν αφήνει τους ανθρώπους να φερθούν διαφορετικά απ’ ό,τι  φέρονται τώρα.  
               Στις ταξικές κοινωνίες όπου η πλειοψηφία ελέγχεται από την εκμεταλλεύτρια τάξη, αυτή ασκεί την κυριαρχία της και επιβάλλει τη δικιά της φιλοσοφία και το δικό της σύστημα αξιών. Κι είναι το συγκεκριμένο οικονομικοπολιτικό σύστημα που εκμεταλλεύεται και αξιοποιεί εκείνες τις ικανότητες, πάθη και συμφέροντα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του και περιλαμβάνονται σε ό,τι ονομάζεται αριστεία. Αν στο    καπιταλιστικό  σύστημα η «φυσική επιλογή» αναπτύσσεται με τέτοιο τρόπο που να διακρίνονται άνθρωποι ανταγωνιστικοί, τολμηροί,  κτητικοί, άρπαγες, επινοητικοί για ατομικό κέρδος κλπ. είναι σαφές ότι από αυτό δεν προκύπτει  ότι ο άνθρωπος έχει μόνο αυτές τις ιδιότητες. Το πρόβλημα συνίσταται  στο ότι το σύστημα  απαιτεί για την πορεία και λειτουργία του ακριβώς τέτοιες ιδιότητες και ικανότητες. Κάθε άλλη ικανότητα, από την πλευρά των αναγκών του, είναι περιττή και επιζήμια.
 Στην εποχή μας η θεωρητική πανοπλία της καπιταλιστικής μας κοινωνίας με τη συνειδητά επεξεργασμένη  ατομιστική της φιλοσοφία εξωραΐζει τον κοινωνικό δαρβινισμό με την προβολή της αριστείας και αξιοκρατίας. Είναι γιατί θα πρέπει  να διατηρηθεί αρκετή αμοιβαία υπευθυνότητα, παραδοχή  της κοινωνικής υποχρέωσης και της εξυπηρέτησης της κοινότητα για να διατηρηθεί η συλλογική της ύπαρξη που προβάλλεται η αριστεία και τονίζεται αξιοκρατία, δηλ. η επικράτηση των ικανών, αυτών που αξίζουν περισσότερο στο υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα.  Κι έτσι και οι υπόλοιποι αποδέχονται την «μοίρα» τους ή αγωνίζονται έως θανάτου να αναδειχτούν σε άξιους. Κι αν ο κυρίαρχος λόγος μοιάζει να επιβραβεύει το οικονομικό κέρδος όταν δείχνει να υποτάσσεται σε ηθική σκέψη είναι περισσότερο για να παρηγορήσει  τους εξαθλιωμένους  καθησυχάζοντάς τους για  τη  «μοίρα» τους.
               Κι επειδή δεν είναι εύκολο να φανταστούμε οποιαδήποτε οργάνωση της κοινωνίας μ’ έναν διαφορετικό τρόπο από τον δικό μας είναι η γνώση του παρελθόντος, η ιστορική κατανόηση που θα μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε και να ξεφύγουμε από τις κατηγορίες που έχουν αποκρυσταλλωθεί  στο νου μας και που μας εμποδίζουν να δούμε οτιδήποτε άλλο έξω από τη δυνατότητα  της δικιάς μας εφήμερης και ξεχαρβαλωμένης πια οικονομικής τάξης. Για να μη θεωρούμε φυσικό οι προνομιούχοι να χρησιμοποιούν τους άλλους ανθρώπους σαν εργαλεία, σα μέσα για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Για να πιστέψουμε πως είναι δυνατόν ο μετασχηματισμός της κοινωνίας μας σε σοσιαλιστική που δεν θα αποβλέπει στο ιδιωτικό κέρδος αλλά στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών όλων των μελών της. Κι αυτό δεν είναι ουτοπιστικό όνειρο.

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

ΖΩΝΤΑΝΗ Η ΜΝΗΜΗ



Οι επέτειοι του πραξικοπήματος στην Κύπρο, της τουρκικής εισβολής σ’  αυτή, της πτώσης της δικτατορίας στην Ελλάδα  –τόσα γεγονότα που φαίνονται  το ένα απόρροια του άλλου- αναδεικνύουν πτυχές του παρελθόντος μας που γενικά μοιάζουν να μην είναι καινούργιες, αν και κάθε φορά γίνεται προσπάθεια να απαντηθούν διαφορετικά ερωτήματα για τα ίδια ζητήματα. Κι έτσι  προτείνεται  μια συγκεκριμένη εικόνα και ερμηνεία  για το παρελθόν, που αφήνει αναπόφευκτα να διαφανούν πτυχές της ιδεολογίας του παρόντος. Κάθε φορά οι δυνάμεις που βρίσκονται στην κεντρική σκηνή της πολιτικής διαπάλης τυποποιούν πρόσωπα και γεγονότα, σκιαγραφούν το χαρακτήρα αυτών των γεγονότων κατασκευάζοντας μοντέλα  για την ερμηνεία τους. Κι αυτό σημαίνει ότι επιχειρούν να χειραγωγήσουν  ένα παρελθόν που οι συνέπειές του βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη.  
               Η μεταπολιτευτική περίοδος που στηρίχτηκε σε μια ευρεία δημοκρατική συναίνεση ευνόησε την κατασκευή της επικρατούσας εικόνας για το καλοκαίρι του 1974. Η μεταπολίτευση γινόταν το κομβικό σημείο στο οποίο θα έπρεπε να βρουν όλοι τη δικαίωσή τους, αστοί, δεξιοί  αριστεροί,  και κομμουνιστές, ενώ στην  αποκατάσταση της δημοκρατίας προσδόθηκε μια λειτουργική  και αποτελεσματική κοινωνική σημασία που δικαίωνε  το πολιτικό σύστημα. Οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες προσανατόλισαν την κυρίαρχη οπτική σε μια προσπάθεια αποκατάστασης ιστορικών γεγονότων, αντίσταση κι εμφύλιο,  στο πνεύμα της συναίνεσης και συμφιλίωσης, αναδεικνύοντας εκείνο  το ιδεολογικό και πολιτικό στοιχείο που ήθελαν να βρίσκει  την ολοκλήρωσή  του στη μεταπολίτευση –σταθεροποίηση αστικής δημοκρατίας δυτικού τύπου. Αυτή η οπτική συνέβαλε στη στερέωση συλλογικής συνείδησης ικανής να ενοποιήσει διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις, παρακάμπτοντας ταξικές συνειδήσεις.
 Γι’ αυτό  και από τη μεταπολίτευση και  εντεύθεν,  οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και οικονομικές δυνάμεις εξέφραζαν πάντα τη βδελυγμία τους για το πραξικόπημα, την τούρκικη εισβολή, ενώ ταυτόχρονα, οι πολιτικοί  προσδιόριζαν, πέρα από τους συνταγματάρχες,  και ως αίτιους για όλα τα δεινά μας  τον ξένο παράγοντα, δηλ. την υπερδύναμη των ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβουν στον κυρίαρχο λόγο εθνική περηφάνια, δημοκρατική ευαισθησία, αριστερές διεκδικήσεις.
Βέβαια η κληρονομιά της δικτατορίας  πέρασε, χωρίς στην ουσία βέβαια να την αποποιηθεί  η κυρίαρχη τάξη μας, και στην αποκατεστημένη μας δημοκρατία. Είναι στην περίοδο της δικτατορίας  που το κεφάλαιο  ήταν απαλλαγμένο από όποια πίεση θα μπορούσαν να ασκήσουν κοινωνικά στρώματα και τάξεις που ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης  -εργαζόμενοι- και  το κράτος  είχε τεθεί κάτω από το συνοπτικό του έλεγχο, γι’ αυτό και  ήταν εύκολο να προωθηθούν προς το συμφέρον του οι απαραίτητες αναπροσαρμογές –χωρίς να λείπουν βέβαια οι εσωτερικοί μέσα σ’ αυτό ανταγωνισμοί. Βέβαια, στις  πολιτικές συνθήκες των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης μ’ ένα εργατικό κίνημα που ανασυντασσόταν δυναμικά  καλλιεργήθηκε η ιδέα της συμμετοχής μας σε κέντρα αποφάσεων που θα εγγυάται και θα εξασφαλίζει ευνοϊκές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες για την πλειοψηφία των εργαζομένων. Φτάσαμε η ίδια η κυρίαρχη οικονομικοπολιτική τάξη ασκώντας ψευδεπίγραφη  σοσιαλιστική πολιτική να παρουσιάζει τη μονο­πωλιακή της κυρίαρχη θέση σαν υπερασπιστή των υποτελών τάξεων, παραποιώντας τις αξίες του σοσιαλισμού και αποπροσανατολίζοντας τους λαϊκούς αγώνες.
Ενώ το κυπριακό μένει μετέωρο στη σκέψη και τη συνείδηση. Η Κύπρος, ως κρατική οντότητα δεν είναι παρά κληρονόμος  ιμπεριαλιστικών επιλογών του προηγούμενου αιώνα και ταυτόχρονα είναι δημιουργός και μιας νέας κατάστασης με τις ΑΟΖ και τις πηγές ενέργειας. Και γι’  αυτό παρά την πολυπλοκότητα της κατάστασης κι ακόμα και της άγνοιάς της σε βασικά της στοιχεία δεν είναι αυθαίρετη η πεποίθηση πως αυτή η κληρονομιά που συνεχίζει να κουβαλά εισβάλλει παντού, στις αντικρουόμενες απόψεις για τις συνομιλίες,  στις κατηγορίες για το ναυάγιό τους, στις συμμαχίες για οριοθέτηση ΑΟΖ, στις γεωτρήσεις από τις κοινοπραξίες πολυεθνικών,  στις απειλές κλπ. και είναι αυτή που καθορίζει τα πάντα.
Σαράντα τρία χρόνια από κείνο το καλοκαίρι, επτά χρόνια με το αστικό μας κράτος να μας δείχνει τα δόντια του, δεν έχουμε γίνει σοφότεροι σχετικά μ’   εκείνα τα γεγονότα σε βασικά τους στοιχεία. Οι λεπτομέρειες που έρχονται στο προσκήνιο μάλλον αποδυναμώνουν το σύνολο, προσανατολίζοντας σε ερμηνευτικά σχήματα όπου θέση έχουν οι καλοί και κακοί ηγέτες και οι λανθασμένες πολιτικές επιλογές τους. Η προσέγγιση της πολυπλοκότητας  των γεγονότων εκείνων των χρόνων που γίνεται μέσα από  υποτιθέμενες ακριτομυθίες πολιτικών παραγόντων της εποχής, αποκαλυπτικά αρχεία κλπ., με τον περίφημο φάκελο της Κύπρου να κλείνει πριν καλά καλά ανοίξει πριν τριάντα χρόνια (που τώρα παραδίδεται στην κυβέρνηση της Κύπρου με τις ίδιες μεγαλοστομίες), με μαρτυρίες σποραδικές και προσωπικές,  όλα προσφέρονται για κατασκευή  μιας εικόνας κατά το δοκούν της κυρίαρχης εξουσίας, όπου δεν έχει θέση η ερμηνεία των γεγονότων μέσα από ταξική ματιά στη βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και  των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων.
Και κάπως έτσι η κυρίαρχη εξουσία θέλει να  αφεθούμε σε μια λήθη που ισοδυναμεί με καθ’ ομοίωση με τα νέα πρότυπα του καπιταλισμού  που επιβάλλονται.
     Η ζωντανή όμως μνήμη είναι απαραίτητη για να μην πάρουν όλοι συγχωροχάρτι και ξεμπερδέψουν με την ιστορία όπως επιχειρείται να γίνει, να μη νομιμοποιηθούν οι επιλογές του ντόπιου αστισμού.  Η συλλογική μνήμη δεν πρέπει να απωθήσει τα εγκλήματα της δικτατορίας, την οδύνη που προκάλεσε η ιμπεριαλιστική πολιτική. Είναι αναγκαίο να τα διατηρήσουμε στη μνήμη μας, να τα κατανοήσουμε για να αναγνωρίσουμε τις ίδιες αιτίες και σκοπιμότητες στις σύγχρονες πραγματικότητες, από το βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας μέχρι την καταστροφή της Συρίας, στις πραγματικότητες που προσβάλλουν τον ανθρωπισμό που θρασύτατα ευαγγελίζονται  οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.