Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ ΑΣΤΩΝ



Το νομοσχέδιο, νόμος πια, για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου υπήρξε μια καλή ευκαιρία για διεκδίκηση ευσήμων προοδευτικότητας, όπως θα είναι και η νομοθετική ρύθμιση για νομιμοποίηση της χρήσης της φαρμακευτικής κάνναβης που προτίθεται να φέρει στη Βουλή η κυβέρνηση, αλλά και κάθε παρόμοια νομοθετική πρωτοβουλία της που αναγνωρίζοντας τυπικά δικαιώματα σε ιδιαίτερες μειονότητες συμβάλλει στον θεωρητικό εξοπλισμό του συστήματος για δικαίωση  του χωρίς να αμφισβητούνται οι υλικές βάσεις του. Κι αν είναι θετική βέβαια η επέκταση τυπικών αστικών δικαιωμάτων είναι όμως και ύποπτη η σκοπιμότητά της που κατακερματίζει και τελικά ακυρώνει κάθε δυνατότητα καθολικής κοινωνικής απελευθέρωσης.
           Και οι υπόλοιποι αστοί, δοθεισών τέτοιων και άλλων ευκαιριών,  δεν κάνουν άλλο από το να δημοσιοποιούν προβληματισμούς και αμφισβητήσεις που διαφορετικά θα περιορίζονταν στους μικρόκοσμούς τους, επιδεικνύοντας πολλές φορές τον πλούτο των ιδεών τους ή ακριβέστερα το ρεπερτόριο των λέξεών τους, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν να πουν και πολλά πράγματα. Ακόμα κι αν μοιάζει να μην  αδιαφορούν για τα βάσανα του κόσμου και τις προσπάθειές του φαίνεται όμως πως ελάχιστα συμμετέχουν σ’  αυτά. Γιατί απλώς  η κοινοποίηση απόψεων, ενισχυμένες με ενδιαφέρουσες θεωρίες και αναλύσεις, που αναζητούν και αναδεικνύουν ως αιτία της πολύπλευρης εξαθλίωσης της ζωής μας την καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής, στις περισσότερες περιπτώσεις ενισχύει μόνο την αυταπάτη της συμμετοχής σε αγώνες, όταν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένες πράξεις και δράσεις.  Κι ίσως γι’ αυτό κι όταν συμμετέχουν στις προσπάθειες των εργαζομένων πολλοί κοιτάζουν γρήγορα να φύγουν για να ξαναγυρίσουν στην δική τους ιδιαίτερη δράση τους .
Όλα αυτά τα χρόνια, που ταυτίστηκαν με τα μνημόνια, γίνεται όλο και πιο εμφανής η ταξική διαφοροποίηση, ακόμα κι αν δεν ονομάζεται. Ένας ολόκληρος κόσμος εργαζομένων που φυτοζωεί και ένας εξίσου μεγάλος αριθμός ανέργων που καθημερινά αγωνίζεται κυριολεκτικά για τον επιούσιο μοιάζει να είναι αόρατοι ή το πολύ-πολύ σκιές που οι θεωρητικές ξιφομαχίες ή αγώνες ρητορικής ακόμα και καλοπροαίρετων αστών δεν τους αγγίζουν. Ίσως γιατί ακόμα και οι πιο μεγαλόψυχοι αστοί  έχουν τη διάθεση να δίνουν στη σκέψη τους μια προνομιακή θέση, που συνηθέστατα είναι γι’ αυτούς  ολότελα βολική. Φαίνεται πως όταν σκέφτονται κάτι, αυτό θεωρούν πως είναι  το παν. Και όσο  ευρύτερο είναι  το πεδίο της σκέψης τους, τόσο πιο ασήμαντος τους φαίνεται  ο κόσμος που δρα. Κι ακόμα κι όταν πολλοί παίρνουν  μέρος  σε αγωνιστική δράση  κοινωνικής αλληλεγγύης, μάλλον οι πιο έξυπνοι το βλέπουν σαν  ένα ακόμα είδος αντίποινα του πνεύματος εναντίον της θριαμβεύουσας βλακείας, τους νοιάζει περισσότερο  να γελάσουν κάτω από τη μύτη των άλλων.
Είναι που δεν έχουν να χάσουν και πολλά. Ανήκοντας στην τάξη των αστών με τους αντίστοιχους αστικούς τίτλους ευγενείας –πτυχία διακεκριμένων πανεπιστημίων, μεταπτυχιακά, διδακτορικά- ακόμα κι αν κάποια στιγμή φανεί πως στρέφονται εναντίον της τάξης τους, πάντα ανοιχτές είναι οι πόρτες για επιστροφή. Όπως σε κάποια αμερικάνικη ταινία της δεκαετίας του ’80, που κάποιο από τα περιφερειακά κανάλια είχε προβάλλει. Ο ήρωας της ταινίας, νεαρός αστός λευκός που παριστάνει τον νέγρο, πιθανόν για να σφετεριστεί κάποια υποτροφία, όταν αποκαλύπτεται και ο νέγρος καθηγητής του βρίσκει θετικό πως με την πλαστοπροσωπία  τουλάχιστον βίωσε και κατάλαβε τις δυσκολίες της ζωής των νέγρων παραδέχεται την αδυναμία να νιώσει τη ζωή τους, γιατί οποιαδήποτε στιγμή αν  δυσκόλευαν πολύ οι καταστάσεις θα μπορούσε να ξαναποκτήσει την πραγματική του ταυτότητα με όλα της τα προνόμια. Ε, λοιπόν ο τακτοποιημένος αστός δεν πρόκειται ποτέ να μάθει πώς είναι καμωμένοι αυτοί που αναγκάζονται να  ζουν σε συνεχή ανασφάλεια εργασίας, στέγης, ακόμα και τροφής.  Ακόμα κι αν τους γνωρίσει θα είναι πάντοτε ξένοι. Μπορεί να μάθει τι  κάνουν, τι θέλουν, τι σκέπτονται κι ακόμα τι υποφέρουν. Δεν μπορεί όμως να τα νιώσει, γιατί ακριβώς δεν βιώνει τις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής με τον ίδιο τρόπο.
   Γι’ αυτό  ακόμα και όλες αυτές οι διανοητικές έγνοιες, οι θεωρητικές συζητήσεις που οι περισσότερες υπερίπτανται της υλικής πραγματικότητας,  όλοι αυτοί οι θόρυβοι των κούφιων σπαθιών που ξιφομαχούν –σαν τούτο το ιστολόγιο, σαν άλλα τουίτερ- δεν μοιάζουν μια απλή μελοδραματική επίδειξη; Μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθούμε να μην καταρρεύσουμε, να δείξουμε πως είμαστε ζωντανοί, τόσο ζωντανοί που προχωρούμε πάνω σ’ αυτούς που αγωνίζονται,  αφού πρώτα τους ληστεύουμε;
Οι διανοούμενοι, που καλλιεργούν την αδιάλλακτη μισαλλοδοξία του πνεύματος, υποδουλώνοντάς το διαδοχικά σε «πιστεύω» που τρέφει τον εγωισμό τους, με τα ρουθούνια τους να οσφραίνονται τον παραβάτη που δεν δέχεται τα δικά τους πιστεύω, δεν πιστεύουν παρά μόνο με τα χείλη κι αποφεύγουν το βάρος των υποχρεώσεων. Χάσαμε την έννοια των αξιών της ζωής και οι πιο σοβαρές αξίες της ζωής κατάντησαν παιχνίδια. Κι απομένει μια προφυλαγμένη αρετή μέσα σε γραφεία και σαλόνια που δεν κινδυνεύει να πάρει θέση στην πραγματική ζωή. Κι ίσως γι’ αυτό μέσα στη μάζα αυτών που ισχυρίζονται πως είναι επαναστάτες δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι  που είναι έτοιμοι για δράση. Για τους περισσότερους αυτό σημαίνει  μόνο συζήτηση πάνω στη θεωρία. Και δεν πρόκειται να τελειώσουν τη συζήτηση, βρίσκοντας πως  είναι απαλλαγμένοι  από τον τομέα της δράσης εφόσον η πράξη είναι πάντοτε λίγο πολύ συμβιβασμός.
Μόνο που τα ταξικά συμφέροντα υπάρχουν αντικειμενικά, και η κατάργηση του καπιταλισμού είναι στόχος αντικειμενικός για  την εργατική τάξη, ανεξαρτήτως του επιπέδου συνειδητοποίησής, για να πάψει να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης. Κι αν η λογική πολλών αστών ενστερνίζεται την επαναστατική θεωρία όπου θα στηριχτεί το επαναστατικό κίνημα, στο «δια ταύτα» όμως αρχίζουν οι ενστάσεις και αμφισβητήσεις. Ακόμα κι όταν γίνεται αποδεκτό ότι «το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία» η ανάπτυξη έντονης κριτικής για το ρόλο και τις θέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος πολλές φορές έχει κανείς την εντύπωση πως γίνεται με στόχο την υπονόμευσή του. Κι αν  είναι πάντα στόχος το κομμουνιστικό κόμμα είναι που αποτελεί την πιο συγκροτημένη και οργανωμένη αντικαπιταλιστική δύναμη και επομένως και δύναμη του κοινωνικού μετασχηματισμού. Κι αν η καλής πίστης κριτική πρέπει να προβληματίζει, όταν αυτή περνά στο επίπεδο του χλευασμού δεν μπορεί παρά, το λιγότερο,  να θεωρηθεί σαν τρόπος να κρυφτεί μια παραίτηση κάτω από δικαιολογίες, με δικαιολογίες που εγκωμιάζουν κιόλας την παραίτηση.  Ένας κόσμος –ο αστός που διανοείται -γεμάτος σύγχυση που το έχει βάλει στα πόδια για να μην δράσει. Σωστή έφοδος προς την πόρτα εξόδου από πεδία ναρκοθετημένα, που απειλούν με αλλαγή τη ζωή του.    

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ



Η αναζήτηση της ταυτότητας των οικονομικών προβλημάτων καταποντίστηκε εν μέσω έμφυλων και εθνικών ταυτοτήτων, σπάζοντας τη ...μονοτονία του διαχωρισμού  των ανθρώπων στο ταξικό δίπολο αστοί-προλετάριοι.
Από  εβδομάδα εισάγεται στην Ολομέλεια προς συζήτηση και ψήφιση το νομοσχέδιο για την διόρθωση φύλου, ενώ στο νομοσχέδιο προστέθηκε νομοτεχνική αλλαγή ώστε και παιδιά 15 ετών να μπορούν να προβούν σε διόρθωση φύλου, με την σύμφωνη γνώμη των γονέων και γνωμοδότηση επιστημονικού συμβουλίου.
Στην Ισπανία, ο επικεφαλής της περιφερειακής κυβέρνησης της Καταλονίας Κάρλες Πουτζντεμόν δηλώνει ότι τάσσεται υπέρ της μεσολάβησης, ενώ η  ανακοίνωση του πρωθυπουργικού γραφείου του Μαριάνο Ραχόι τον καλεί να επιστρέψει στην νομιμότητα, με τις Βρυξέλλες να προτρέπουν σε διάλογο μετά την εκκωφαντική σιωπή τους για την αστυνομική βιαιότητα την ημέρα του δημοψηφίσματος.
Κι απορούμε πώς συμβαίνει να συνυπάρχουν η ενοποίηση των αγορών κεφαλαίων, η προσπάθεια ομογενοποίησης συμπεριφορών, η ανάδυση συνεχώς και νέων ταυτοτήτων με την αναγέννηση συλλογικών ταυτοτήτων που σχετίζονται με έθνη-κράτη, που χρεώνονται σαν κληρονομιά του παρελθόντος. Όλες αυτές οι ταυτότητες, παλιές και νέες, ποιες κοινωνικές ανάγκες εκπληρώνουν, σε ποιες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές μεταβολές αντιστοιχούν;
Κι αν η μαρξιστική θεωρία μας δίνει τα εργαλεία για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα δεν παύει να είναι πάντα ζητούμενο πώς  κάποια προβλήματα θα λύνονται με δημιουργικό τρόπο, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες μεταβολές που επήλθαν στην πραγματικότητα. Η εξέταση των φαινομένων  στη εξέλιξή τους, στις μεταβολές τους, στη γέννησή και την καταστροφή τους και η σύνδεση κάθε κοινωνικού φαινομένου με την ιστορική πραγματικότητα, τις ιστορικές συνθήκες που το δημιούργησαν κι αν δεν  έχει μια ανάγνωση ούτε μια απόλυτη αντικειμενικότητα, αφού ο παρατηρών είναι και παρατηρούμενος, ξεκινούν όμως από μια αντικειμενική βάση. Η πραγματικότητα υπάρχει έξω από τη συνείδηση, τις ιδέες ή επιθυμίες μας. Όσο απλοϊκές λοιπόν κι αν κατηγορούνται  κάποιες σκέψεις περί ταυτοτήτων που αναζητούν μια αντικειμενική βάση όπου εδράζονται, όσο κι αν το «δια ταύτα» φαίνεται  να μην είναι μονοσήμαντο, η κατάθεσή  τους μοιάζει  απαραίτητη για να μη νιώσει κανείς ότι η λογική του έχει μεταναστεύσει. Γιατί  ακόμα κι αν η θεμελίωση πολιτικών πάνω σε ασαφείς αντιλήψεις  περί ταυτότητας φαίνεται να σηματοδοτεί μια πολυδιάστατη έννοια πολιτικών στόχων και σχεδιασμών  καθόλου όμως δεν αποκλείεται στην πραγματικότητα  η απόκρυψη των  πραγματικών.
Το νομοσχέδιο για τη διόρθωση φύλου, μοιάζει έκφραση μιας πολιτικής βασισμένης στην αντίληψη, για  την  ταυτότητα του εαυτού μας, που εντάσσει το άτομο σε μια ομάδα ανθρώπων η οποία  διαφοροποιείται αποκλειστικά και μόνο με το φύλο. Νομιμοποιεί θεσμικά μια   σεξουαλική ταυτότητα που  θέλει να  ανατρέψει το ετεροφυλικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο στη διαμόρφωση της σεξουαλικής μας ταυτότητας το  φύλο και η σεξουαλικότητα θεωρούνται ευθέως ανάλογα δηλ.  ότι είναι  το βιολογικό φύλο που ορίζει  και τη σεξουαλική μας  φύση.
Κι εφόσον  η  αντίληψη που έχουμε για την πραγματικότητα συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από εικόνες που είναι κατασκευασμένες και διαμεσολαβημένες και κάθε φορά εξαρτώνται από τις υλικές συνθήκες παραγωγής, και οι σύγχρονες διαφορετικές οπτικές στην έννοια φύλου που έχουν αφετηρία τις φεμινιστικές διεκδικήσεις δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις συνθήκες οργάνωσης της παραγωγής στη συγκεκριμένη εποχή της καπιταλιστικής ανάπτυξης.  Και είναι στη δεκαετία του ’70 που εισάγεται η διάκριση βιολογικού και κοινωνικού φύλου ως θεωρητικού εργαλείου σε κοινωνικές αναλύσεις φεμινιστικής οπτικής, με τις οποίες επιδιώκεται  η μείωση της σημασίας και του ρόλου του βιολογικού και η έμφαση στο κοινωνικό φύλο.  
 Νομοσχέδια λοιπόν σαν αυτό δείχνουν να δικαιώνουν κοινωνικά κινήματα και διεκδικήσεις κοινωνικών ομάδων που είναι συνδεδεμένες με την κοινωνική καταπίεση και περιθωριοποίηση, αποσυνδέοντας  από τις αιτίες και την υλική βάση τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που έχουν στιγματίσει αυτές τις  κοινωνικές ομάδες ως κατώτερες. ¨Όπως  λοιπόν εξαφανίζεται σχεδόν το βιολογικό φύλο έτσι εξαφανίζονται και οι υλικές συνθήκες, οι σχέσεις παραγωγής που διαμορφώνουν τα κοινωνικά φύλα και  τις ιδεολογίες για σεξουαλικές ταυτότητες.   Κι ενώ φαίνεται πως διαπνέεται από αντίληψη της μείωσης της σημασίας του βιολογικού δεδομένου, του φύλου, όμως είναι αυτό που θεωρείται ως το καθαυτό συστατικό του υποκειμένου, την υπέρβαση του οποίου έχει την ψευδαίσθηση το υποκείμενο πως πετυχαίνει, εφόσον το άτομο κατά κάποιο τρόπο επιλέγει το φύλο του, σαν η επιλογή να είναι αποσπασμένη από υπαρκτές κοινωνικές και πρακτικές σχέσεις και έτσι η σεξουαλική διαφορά εγκαθίσταται ως θεμελιώδης. Με τη διόρθωση του φύλου στην ουσία γίνονται αποδεκτά ως φυσικά δεδομένα οι τρόποι συμπεριφοράς και γενικότερα ζωής των ανθρώπων όπως ορίζονται κάθε φορά σύμφωνα με  το φύλο τους από την κοινωνία, αλλά  δίνεται η ελευθερία επιλογής αυτών των προτύπων ανεξαρτήτως φύλου. Κι αναρωτιέται κανείς ποιο υποκείμενο, με ποια ταυτότητα, πόσο ανεξάρτητα από κοινωνικά στερεότυπα είναι τόσο θεληματικό που να επιλέγει το κοινωνικό φύλο του και μάλιστα από την ηλικία των 15 ετών.
Σαν οι άνθρωποι να πρέπει να οικοδομούν αυτό που είναι και αυτό που αισθάνονται ξεκινώντας απλώς από την εμπειρία τους, θεωρώντας το βίωμα πέραν κάθε κριτικής και   τη δική τους κατάτμηση ως τη βασική ταυτότητα   Κι έτσι σ’ ένα κόσμο εν αταξία που η απορρύθμισή του οφείλεται γενικά σε λανθασμένες ανθρώπινες ενέργειες υπογραμμίζεται ο θετικός ρόλος της κυρίαρχης εξουσίας στην αποκατάστασή του σαν να μην έχει καμιά σχέση με την κατασκευή ταυτοτήτων και τη λειτουργία τους στις δομές καταπίεσης. Θα έμοιαζε για κατοχύρωση ελευθερίας αν δεν υπονομεύονταν από τη σύγχυση και μια αφελή πίστη για ισότητα δικαιωμάτων κατακερματίζοντας τη δυνατότητα συλλογικών διεκδικήσεων έξω από κοινωνικά πλαίσια.
Όχι πως δεν είναι θετική  η απελευθέρωση από μια καταπιεστική κατάσταση, εφόσον ο περιορισμός των διακρίσεων έστω και στο εποικοδόμημα αναδύουν πιο ξεκάθαρες τις διακρίσεις στην υλική βάση και τα άτομα παύουν να αισθάνονται αποσυνάγωγα. Ακόμα κι έτσι όμως ο σκεπτικισμός σχετικά με την κατασκευή κάποιων ταυτοτήτων δεν εκλείπει, όπως και για την προσφορά της πολιτικής των ταυτοτήτων, ακόμα και για τα υποκείμενα που υποτίθεται πως υποστηρίζουν. Και παραμένει η υποψία πως με τις συνεχείς κατατμήσεις, δικαιωμάτων και ταυτοτήτων,  μια νέα εξειδικευμένη αγορά δημιουργείται όπου όχι μόνο εμπορευματοποιούνται τα προβλήματα ή μάλλον οι προσφερόμενες λύσεις για τα προβλήματα, και συρρικνώνονται οι άνθρωποι σε αθροίσματα μερικοτήτων σε μεγάλο βαθμό και κατασκευασμένων,  αλλά  εξαργυρώνονται κοινωνικά κεφάλαια, τόνοι κοινωνικής ευαισθησίας, θεωρίες διανοουμένων και καριέρες και θέσεις σε ακαδημαϊκό και πολιτικό πεδίο και  απελευθερώνεται ένα άκρατος ναρκισσισμός της ατομικότητας.

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ



Η αναζήτηση της ταυτότητας των οικονομικών προβλημάτων καταποντίστηκε εν μέσω έμφυλων και εθνικών ταυτοτήτων.  
Εισάγεται στη Βουλή προς ψήφιση νομοσχέδιο για τη «νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου- Εθνικός Μηχανισμός Παρακολούθησης και Αξιολόγησης του σχεδίου δράσης για τα δικαιώματα του παιδιού», σε τροπολογία η κυβέρνηση κάνει προσπάθεια να ρυθμίσει το ζήτημα της   ονομασίας  (τούρκικη) συλλόγου της μουσουλμανικής μειονότητας Ξάνθης που ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι έπρεπε να καταργηθεί, στην Καταλωνία το  δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της από την Ισπανία ενεργοποίησε τον κατασταλτικό μηχανισμό της Μαδρίτης που φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση τους Καταλανούς με την κεντρική κυβέρνηση.
               Και όλοι οι υπόλοιποι, οι αδαείς πνιγμένοι στην καθημερινότητα, προσπαθούν να ερμηνεύσουν καταστάσεις, να εκλογικεύσουν την πραγματικότητα. Και εκεί είναι που τσαλαβουτάμε σε ορισμούς εννοιών, περιγραφές χαρακτηριστικών και χανόμαστε μέσα σε ερωτήματα που καταλήγουν υπαρξιακά. Ταυτότητα εαυτού, ομαδική ταυτότητα, κοινωνική ταυτότητα ορίζουν αυτό που είμαι, την ταύτισή μου με ένα σύνολο ομοίων, τον προσδιορισμό μου από το κοινωνικό σύνολο. Είμαστε αυτό που δηλώνουμε, είμαστε ό,τι αισθανόμαστε, είμαστε αυτά που μας διαμορφώνουν, αυτό που είμαστε βασίζεται στον αυτοπροσδιορισμό ή τον ετεροπροσδιορισμό; Και τελικά τι είμαστε; 
Ο προβληματισμός περί ταυτοτήτων, και η «έμφυλη» ταυτότητα είναι ένα κομμάτι του, είναι σημαντικός  γιατί ανοίγονται οπτικές μέσα από τις οποίες  μπορούμε να εξετάσουμε τα σημεία στα οποία τέμνονται οι διαφορετικές εκφράσεις εξουσίας και καταπίεσης που σχηματίζουν το κοινωνικό μας πλαίσιο. Αν και η  έμφαση δίνεται για τον τρόπο που το άτομο τοποθετεί τον εαυτό του απέναντι σε κοινωνικές κατηγορίες ή ομάδες επιμένοντας στις πολλές ταυτότητές του και παραγνωρίζεται το πώς αυτές διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται ιστορικά μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις, γιατί ο τρόπος που κατανοούμε τον εαυτό μας και μιλάμε γι’ αυτόν καθορίζεται ιστορικά.
Η επικράτηση του φορντισμού στην παραγωγή, που δεν εξαρτάται από την αυτενέργεια και δεξιότητες εργατών, αλλά από την πιστή και πειθαρχημένη εφαρμογή της νόρμας και την ολοκλήρωση των καθηκόντων της θέσης του κάθε εργάτη στην παραγωγή, δεν ευνοεί ανάδειξη του διαφορετικού αλλά την επικράτηση μιας κυρίαρχης κανονικότητας, μιας ομοιογένειας και αφομοίωσης κάθε παρέκκλισης. Στα χρόνια μας όμως, εποχή της πληροφορίας, η ρευστοποίηση των όρων εργασίας, που γίνεται ευέλικτη, μερική, εργολαβική κλπ., ο βίος μας που δεν οργανώνεται με άξονα την επαγγελματική διαδρομή απαιτεί από τα υποκείμενα διαφορετικές σημασιοδοτήσεις για να κατανοήσουν την ασυνέχεια στην εργασιακή τους πορεία, που απειλεί και αλλάζει την ταυτότητα των ανθρώπων. Οι νέες εργασιακές συνθήκες  δεν επιτρέπουν την κατανόηση της διαδρομής της ζωής τους ως μια διαδικασία που συνδιαμορφώνουν ή έχουν αυτή τη δυνατότητα και οι ίδιοι. Η έμφαση στο εφήμερο, στο φευγαλέο, η δυνατότητα να ενεργεί κανείς με ευελιξία, η δυσκολία δέσμευσης μακροπρόθεσμων στόχων μεταβάλλει αξίες και πρότυπα και  η αξία της προσαρμοστικότητας γίνεται  ύψιστη αρετή. Επόμενο λοιπόν είναι η ανάδειξη διαφορών, ποικιλίας, υπέρβασης ορίων.  Έμφαση δίνεται στην πολλαπλότητα των οπτικών όπου ακυρώνεται κάθε θεώρηση για την ύπαρξη ενός προνομιακού σημείου, από όπου η θέαση των πραγμάτων μπορεί να στοιχειοθετήσει τη δυνατότητα κριτικής και την αφετηρία της δράσης. Κι επειδή  σήμερα  δεν υπάρχει τίποτε πέραν του κοινωνικού που να θεμελιώνει το κοινωνικό, δεν υπάρχει δηλ. κάτι έξω από την κοινωνία, ακόμα και οι βιολογικές βάσεις της ύπαρξής μας, όπως και η φύση ως περιβάλλον της ανθρώπινης ζωής, γίνονται διακύβευμα κοινωνικών αποφάσεων και πρακτικών. Τα πεδία που έδιναν σταθερότητα στα κοινωνικά άτομα, (τάξη, φύλο, εθνότητα, εργασία) κατακερματίζονται και μαζί τους υπονομεύεται η αίσθηση του εαυτού μας ως ολοκληρωμένου υποκειμένου, απειλείται η συνοχή και συνέχειά του. 
Η απουσία ενός υπερκείμενου πλαισίου που να έχει ισχύ αν όχι για όλους τουλάχιστον για ένα μεγάλο σύνολο αφήνει χώρο για την πολλαπλότητα και τον ανταγωνισμό των διαφόρων εκδοχών. Η κάθε φορά προτίμηση μιας απ’ αυτές  αφήνοντας ανοιχτές τις απαντήσεις στο πώς διαχειριζόμαστε την πολλαπλότητα, πού βρίσκεται το κέντρο της αντίθεσης, δεν οδηγεί στη σύνθεση των διαφορών αλλά μόνο στην αναγνώριση του ατομικού και ιδιαίτερου. Η απώλεια όμως συνεκτικών συστημάτων αναφοράς που θα είναι δεσμευτικά για όλους, είτε γίνονται αποδεκτά είτε απορρίπτονται, μας απομονώνουν σε δραστηριότητες και πεδία που συγκροτούνται ως διαφορετικοί και πολλές φορές αντιφατικοί κόσμοι που δεν ενώνουν αλλά διαχωρίζουν. Κι εδώ εντοπίζεται η ελευθερία που η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία υπόσχεται με τον πολλαπλασιασμό των δυνατοτήτων της βίωσης και της δράσης.  Και κάπως έτσι αποσυνδέονται πλήρως  βιώματα υποτέλειας  από την ταξικότητα, παρόλο που η ταξική δομή παραμένει, αλλά δεν αναγνωρίζεται,  και επιδρά ως μηχανισμός στην παραγωγή ανισοτήτων.
Η εικόνα του εαυτού μας, που διαμορφώνεται κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης και μέσα από τη διαρκή αλληλεπίδραση με άλλα άτομα, στην εποχή μας αντανακλά την αβεβαιότητα που έχουν προκαλέσει οι δραματικές αλλαγές, δηλ. μεταμορφώσεις στην εργασία, ανακατατάξεις στην οικογένεια, γεωγραφική αλλά και κοινωνική κινητικότητα, εξελίξεις στη βιοϊατρική, εκ νέου χάραξη πολιτικών συνόρων κλπ. Οι σταθερές και ενιαίες ταυτότητες που αποδίδονταν ως πρόσφατα στα άτομα θεωρούνται ότι κατακερματίζονται. Προβάλλεται η σύνθεση από ανολοκλήρωτες και αντιφατικές ταυτότητες του ατόμου και με την  ανάδυση διαφορετικών αντιφατικών ταυτοτήτων  που μας τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις οι ταυτίσεις μας αλλάζουν συνεχώς, π.χ οικολόγοι, ομοφυλόφιλοι, πολίτες κλπ Τα κοινωνικά πεδία στα οποία αντιστοιχούσαν  οι ταυτότητές μας (τάξη, έθνος, εργασία κλπ) και που διασφάλιζαν την υποκειμενική μας συμμόρφωση με τις αντικειμενικές ανάγκες της κοινωνίας  φαίνονται συνεχώς μεταβαλλόμενα, ενώ μένει αμετάβλητη η υλική βάση του τρόπου οργάνωσης της παραγωγής,  με αποτέλεσμα η  διαδικασία της ταύτισης του εαυτού μας στις κοινωνικές  μας ταυτότητες να καθίσταται ασαφής. Η ταυτότητα γίνεται μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης των κοινωνικών ανισοτήτων και η αναζήτηση ταυτότητας ταυτίζεται με την αναζήτηση της ευτυχίας.
 Μόνο που στο τέλος χωρίς τίποτε σταθερό και συνεκτικό  και η δράση μας και η αντίληψή μας για τον κόσμο ρευστοποιείται.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Η διαπίστωση, στην ομιλία του στη  ΔΕΘ του Κ. Μητσοτάκη πως μια κοινωνία χωρίς ανισότητες είναι αντίθετη στην ανθρώπινη φύση και ότι έτσι καταστρατηγείται η ίδια η δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα, έδωσε ευκαιρία στο ΣΥΡΙΖΑνα ανακαλύψει διαχωριστικές γραμμές με τη Ν. Δημοκρατία για να μπορεί ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας, στο περιφερειακό συνέδριο Κρήτης, να χρεώσει στην αξιωματική αντιπολίτευση  την εκπροσώπηση των λίγων και ισχυρών, και να ανακαλύψει στις δικές του πολιτικές τον αγώνα εναντίον των ανισοτήτων.
             Αν και η έννοια της ισότητας έχει διαφορετικό περιεχόμενο στις διάφορες ιστορικές εποχές και στις διάφορες τάξεις, μπορεί όμως πάντα να χρησιμοποιηθεί σαν  ένα δημαγωγικό όπλο παραπλάνησης των λαϊκών μαζών, γιατί η  κοινωνική ισότητα ήταν ένα από τα βασικά ιδανικά μαζί με την ελευθερία για ένα δίκαιο κοινωνικό σύστημα. Εξάλλου το σύνθημα της ισότητας αποτέλεσε μια από τις κινητήριες δυνάμεις στην εποχή  του επαναστατικού αγώνα της αστικής τάξης εναντίον της φεουδαρχίας. Η κατάκτηση της  αστικής ισότητας, ακόμα κι αυτή η αφηρημένη ήταν επαναστατική σε σύγκριση με τις ιεραρχίες της φεουδαρχίας,  δεν έχει παρά τυπική μορφή, είναι ισότητα απέναντι στο νόμο, είναι ισότητα  δικαιωμάτων πάνω στο θεσμό της ατομικής  ιδιοκτησίας, ενώ μένουν ανέπαφες η οικονομική ανισότητα, η πολιτική ανισότητα. Και η τυπική ισότητά μας ως ψηφοφόρων και πολιτών εξυπηρετεί τη συσκότιση των πραγματικών ανισοτήτων ως προς τον πλούτο και την κοινωνική τάξη.
            Η αστική ισονομία βρίσκει την εφαρμογή της στην παρουσία στην αγορά ελεύθερης εργατικής δύναμης, που είναι όρος ύπαρξης της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας,  και το δικαίωμα να πουλιέται και να αγοράζεται η δύναμη αυτή. Στον καπιταλισμό από τη στιγμή που δεν αμφισβητείται η κυριαρχία της αγοράς το κάθε άτομο θα πρέπει να αμείβεται με βάση την εξατομικευμένη συμβολή του στην παραγωγή. Η κοινωνική ανισότητα λοιπόν εμφανίζεται ως δεδομένο και φυσικό στοιχείο, προϋπόθεση μάλιστα αναγκαία της ανάπτυξης του κοινωνικού συστήματος. Από τη στιγμή που η κοινωνικοοικονομική ανισότητα αποτελεί την  κινητήρια δύναμη της αγοράς ηθικά πρέπει να παραμείνει αλώβητη και γι’ αυτό πρέπει να  εμφανίζεται η καπιταλιστική κοινωνία γενναιόδωρη και επιεικής με τη δημιουργία στοιχειωδών δικτύων ασφάλειας για την επιβίωση των εξαθλιωμένων.   Αυτό λοιπόν που επιδιώκεται δεν είναι έστω ο μετριασμός   των κοινωνικών ανισοτήτων γενικά, αλλά μεθοδεύεται μόνο η κατά το δυνατόν άμβλυνση των πιο ακραίων παρενεργειών των ανισοτήτων αυτών με την προώθηση μιας κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης για να αποφευχθούν οι χειρότερες παρενέργειες. Εξάλλου, επειδή αυτού του είδους η ισονομία καταλήγει να συμβιβάζεται με την αύξηση της αθλιότητας, η υπόσχεση της ισότητας δεν εγκαταλείπεται βεβαίως, αλλά ταυτίζεται με το ιδεολόγημα των ίσων ευκαιριών, επιχειρώντας τη γεφύρωση της  απόστασης ανάμεσα στις επαγγελλόμενες αξιακές αφετηρίες του και τον μετασχηματισμό τους στην πραγματικότητα. Γιατί κι αν  οι άνθρωποι δεν έχουν ίσες ικανότητες και δυνάμεις δεν είναι όμως κυρίως και μόνο οι βιολογικές ικανότητες ή μειονεξίες που  προδιαγράφουν τις κοινωνικές συμπεριφορές που αναπτύσσονται και αξιοποιούνται ανεξάρτητα από το κοινωνικό  περιβάλλον,  που είναι αυτό το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο για την άνιση παράταξη στην αφετηρία του κοινωνικού ανταγωνισμού. Το ιδεολόγημα της ισότητας των ευκαιριών που δικαιώνει και την κοινωνική αξιοκρατία, στηρίζεται στην αντίληψη πως ο καθένας δικαιούται να καρπούται όλα τα οφέλη που μπορεί να δρέψει ανεξάρτητα από το τι κάνουν οι άλλοι, για να γίνεται αποδεκτή ακόμα και η κοινωνική εξαθλίωση σαν συνέπεια ατομικής ανικανότητας.
           Είναι πολύ δύσκολο να αποκοπούμε από την αντίληψη όχι της αποδοχής των εγγενών ανισοτήτων μεταξύ των ανθρώπων όσο της αξιολόγησης και ιεράρχησης, με ποσοτικές μετρήσεις που αντιστοιχούν σε ανταλλακτική αξία, των ανθρώπων με βάση ικανότητες και μειονεξίες  που είναι στην ουσία ο πυρήνας της ιδεολογίας του καπιταλισμού και  δικαιώνει την εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων των εργαζομένων. Δηλ. κι  αν θεωρούμε φυσικό την ύπαρξη άνισων εγγενών ικανοτήτων μεταξύ των ανθρώπων η αξιολόγησή τους σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον γίνεται με όρους και κριτήρια του καπιταλισμού που εδραιώνουν την εκμεταλλευτική ταξική του ανισότητα. Γιατί αν κάθε  άτομο αναπτύσσει ένα διαφορετικό από άλλα άτομα και απροσδιόριστο σύνολο ικανοτήτων η  διεύρυνση και αξιολόγηση αυτών των ικανοτήτων στο μέγιστο βαθμό εξαρτάται από συνιστώσες του κοινωνικού περιβάλλοντος.
                Με τον όρο ισότητα  ο μαρξισμός εννοεί την πλήρη εξάλειψη των τάξεων και τη δημιουργία των συνθηκών για την ολόπλευρη ανάπτυξη όλων των μελών της κοινωνίας.  Αυθεντική ισότητα δεν σημαίνει να αντιμετωπίζονται οι  πάντες ως ίδιοι, αλλά να καλύπτονται εξίσου οι  διαφορετικές ανάγκες τους. Μόνο που δεν μπορείς να μετρήσεις τις ανάγκες με το ίδιο μέτρο. Γι’ αυτό προϋπόθεση επίτευξη της ισότητας είναι η αφθονία των αγαθών, εξασφαλίζοντας έτσι ότι όλοι οι άνθρωποι θα έχουν άφθονους πόρους για μια ευημερούσα ζωή μετά την ολοκληρωτική κατάργηση της ταξικής κοινωνίας.
                  Ο Μαρξ πίστευε ότι καθένας πρέπει να έχει ίσο δικαίωμα στην αυτοπραγμάτωση και την ενεργητική συμμετοχή στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής. Πρέπει  λοιπόν να καταργηθούν οι ανισότητες στο βαθμό που εμποδίζουν την επίτευξη αυτού του σκοπού και δεν επιτρέπουν στο κάθε άτομο να ευημερήσει ως μοναδική ατομικότητα. «Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας, με τις τάξεις και τις ταξικές της αντιθέσεις, έρχεται μια ένωση όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων»

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ



Στις γερμανικές εκλογές το ακροδεξιό κόμμα, (είναι που απαγορεύονται τα ναζιστικά κόμματα) "Η εναλλακτική για τη Γερμανία", για πρώτη φορά μετά από 60 χρόνια, με ποσοστό 13,5% εισέρχεται  στη Γερμανική Βουλή.
 Η ειδησεογραφία αναφέρει πως η άνοδος του δεν ανησυχεί τους επενδυτές γιατί δεν το θεωρούν απειλή για τη σταθερότητα, αφού από τις εκλογές προκύπτει μια ακόμα κυβέρνηση συνασπισμού υπό την ηγεσία της Α. Μέρκελ, η οποία θεωρείται «πυλώνας σταθερότητας στη Γερμανία και την Ευρωζώνη».
Βέβαια, τα ηχηρά για πολιτικό σεισμό  στη Γερμανία και πάγωμα  της Ευρώπης  από το εκλογικό ποσοστό των φασιστών δεν λείπουν, αλλά  και η προσπάθεια καθησυχασμού των συνεπειών απ’ αυτό το ποσοστό, όπως  η δήλωση  από ένα εκ των επικεφαλής του πως δεν είναι ακροδεξιό κι εξτρεμιστικό κόμμα και  καλύπτουν το χώρο που παλιότερα κάλυπτε ο χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της Α. Μέρκελ, ή του  αντιπροέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανικής Ένωσης που  δήλωσε ότι δεν θα πρέπει να θεωρούνται όλοι οι ψηφοφόροι του  "Η Εναλλακτική για τη Γερμανία" (AfD) ναζιστές. Το πολιτικό σύστημα προσαρμόζεται και  το ηττημένο SPD δεν θα συμμετάσχει στον κυβερνητικό συνασπισμό μένοντας στην θέση της αντιπολίτευσης που διαφορετικά θα είχε το ακροδεξιό κόμμα.
 Σ’ όλη την Ευρώπη αποδεικνύεται και στον πιο καλόπιστο  πια πως οι εκλογές χρησιμοποιούνται σαν ιδεολογικό όπλο του συστήματος, όπου αναβαπτίζει τη νομιμότητά του χωρίς ν’ αλλάζει τις στρατηγικές του θέσεις.  Η διολίσθηση του εκλογικού σώματος σε ακροδεξιές και φασιστικές επιλογές μεθοδεύεται χρόνια τώρα, με τον εκθειασμό μιας συναίνεσης που επικαλύπτει την πάλη ανάμεσα σε τάξεις, τα συμφέροντα των οποίων είναι ασυμβίβαστα, με  την άμβλυνση των πολιτικών διαχωρισμών αφού σε μια ευνομούμενη δημοκρατία πρέπει να υπάρχουν μόνο κοινά συμφέροντα,  με την αναθεώρηση της ιστορίας του β παγκοσμίου πολέμου και την ταύτιση κομμουνισμού –ναζισμού, με τον ναζισμό να απενοχοποιείται, με τη διεύρυνση οικονομικών ανισοτήτων και την αδυναμία σύλληψης της φύσης και της αιτίας τους που αποδίδονται κυρίως στους μετανάστες. Είναι λοιπόν τουλάχιστον υποκριτικό οι αστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης  να εκπλήσσονται  για τα υψηλά ποσοστά φασιστικών κομμάτων όταν όλη η πολιτική τους  όχι μόνο τα προκάλεσε αλλά είναι οι ίδιες που πολιτικά τα  νομιμοποίησαν.  
         Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, δεν βρισκόμαστε στον μεσοπόλεμο. Αν όμως με τέτοια σχολαστικότητα  αναθεωρείται η  ιστορία είναι για να μην αναδειχτεί ο στενός δεσμός του φασισμού με τον καπιταλισμό, να μην διερευνηθούν οι αιτίες επιβολής του, να συκοφαντηθεί ο κομμουνισμός που τον πολέμησε. Κατά τον κυρίαρχο λόγο, η τρομοκρατική φύση του ναζιστικού καθεστώτος επικεντρώθηκε στο πρόσωπο του Χίτλερ και κυριαρχώντας στην πολιτική και ιστορική επιστήμη η θεωρία του ολοκληρωτισμού, που έπρεπε να περιλαμβάνει και τη Σοβιετική Ενωση του Στάλιν,  με έμφαση στην τρομοκρατία και την καταστολή  για τον έλεγχο του συνόλου της κοινωνίας, ταύτιζε τον φασισμό με ανελέητη καταπίεση από κτηνώδεις κυβερνήτες αφήνοντας στο σκοτάδι τη σχέση του με τον ίδιο τον καπιταλισμό. Η λεγόμενη αναθεώρηση της ιστορίας, που δεν είναι άλλο από παραποίηση, με αθώωση των φασιστών και ενοχοποίηση της αντίστασης σ’ αυτούς, η περιφρόνηση σε κρίσιμες αποφάσεις της λαϊκής βούληση, η αύξηση της ανασφάλειας, η στοχοποίηση για όλες τις συμφορές των  μεταναστών και προσφύγων, η οικονομική εξαθλίωση  που κυοφορούν τον φασισμό είναι  έργο των δημοκρατικών κυβερνήσεων της Ευρώπης. Το καπιταλιστικό σύστημα επιστρατεύει όλα τα μέσα που διαθέτει για την επιβίωσή του. Και ο φασισμός συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτά.
        Και βέβαια δεν είναι σύμπτωση. Σ’  όλο το Δυτικό κόσμο της αστικής δημοκρατίας ακροδεξιά μορφώματα της βγάζουν τη γλώσσα και οι αστοί δημοκράτες τα χρησιμοποιούν για φόβητρο στους λαούς τους για να μην αντιδρούν στις επιλογές τους που τους εξαθλιώνουν. Η συναίνεση των αστικών κομμάτων, κατασυκοφάντησε την  κομμουνιστική προοπτική,  εξουδετέρωσε  κάθε αντιπαράθεση διακριτών κοινωνικοοικονομικών προγραμμάτων και  κατέστησε άκυρη κάθε προσπάθεια για διαμόρφωση πολιτικών εναλλακτικών επιλογών. Κι έτσι δόθηκε χώρος για τα φασιστικά κόμματα να παρουσιαστούν ως υπέρμαχοι των συμφερόντων του λαού που τα υπόλοιπα κόμματα δεν υπερασπίζονται. Το θέμα των μεταναστών έγινε κεντρικό και οι πραγματικές αιτίες της εξαθλίωσης συσκοτίζονται πλήρως. Ο φασισμός στην υπηρεσία του καπιταλισμού με τους αστούς πολιτικούς να δηλώνουν άγνοια και να επιμένουν πως τον πολεμούν. Η καγκελάριος Μέρκελ στην τηλεοπτική συζήτηση με τους επικεφαλής των κομμάτων, κατά την ειδησεογραφία, παραδέχτηκε ότι δεν υπήρχαν άλλες εναλλακτικές το 2015 στο απόγειο της μεταναστευτικής κρίσης, επιμένοντας στην πολιτική των ανοικτών θυρών, ενώ στο θέμα της ασφάλειας υπογράμμισε πως έχουν πολύ δουλειά. Προβλήματα της κοινωνίας αναδεικνύονται αυτά που ορίζουν τα φασιστικά  κόμματα, χωρίς να αναζητούνται οι αιτίες που τα δημιουργούν, χωρίς να θίγεται ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας.
           Και οι μικροαστοί και μεσοαστοί ανά την Ευρώπη με τον στενό πολιτικό τους ορίζοντα, με τον διακαή πόθο να διεισδύσουν στην προνομιούχα μειοψηφία, με τον ατομικισμό τους, την ανασφάλειά τους για τη μικρή τους ιδιοκτησία δεν είναι δύσκολο να ενδώσουν στη δημαγωγία των πιο αντιδραστικών κύκλων της αστικής τάξης και να αφεθούν στην προπαγάνδα της που τους οδηγεί στον φασισμό. Και μην ξεχνάμε αν υπήρχε τέτοιο ρεύμα υπέρ του ναζισμού και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας συντονίστηκαν με τις φυλετικές και επεκτατικές πολιτικές του δεν ήταν μόνο η ναζιστική προπαγάνδα και τρομοκρατία, αλλά και η εξαγορά τους από το καθεστώς που τους εξασφάλιζε ένα επίπεδο διαβίωσης που διατηρούνταν από τη λεηλασία  αυτών που χαρακτηρίζονταν κατώτεροι και των υπό κατοχή χωρών.