Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΟΙ ΕΛΙΓΜΟΙ


Και συνέπεσαν την ίδια μέρα ο πριγκιπικός γάμος στο Λονδίνο που αναμετέδιδε σ’ απευθείας σύνδεση το ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι  του ΑΝΤ1 και οι προπηλακισμοί και βιαιότητες προς το δήμαρχο Θεσσαλονίκης  Γ. Μπουτάρη κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων για την επέτειο της γενοκτονίας των Ποντίων.
               Το χρονικό των βιαιοτήτων προς το δήμαρχο μέσα από διάφορα βίντεο και φωτογραφίες έγινε λεπτό το λεπτό γνωστό σε όλους προκαλώντας την αυτονόητη καταδίκη τους, που επεκτεινόταν στην απαίτηση για καταδίκη της βίας ανεξαρτήτως προέλευσης. Και συγχρόνως δόθηκε και η ευκαιρία για μικροπολιτικές αντιπαλότητες στον πρωθυπουργό Α. Τσίπρα που επέρριψε  ευθύνη για το περιστατικό  σε «σκοτεινό και ακραίο τμήμα της  αξιωματικής αντιπολίτευσης», ενώ στο δημοσιογράφο Π. Τσίμα στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ  να υποβαθμίσει τη δολοφονία του Π. Φύσσα με συγκρίσεις δυσανάλογες, ευνοϊκές όμως για φασιστικές συμπεριφορές.
               Κι αναζητώντας, βοηθούντος και του κυβερνητικού λόγου, η συλλογική μνήμη ιστορικές αναλογίες ανέτρεξε σε δολοφονία Λαμπράκη με παρακράτος, Γκοτζαμάνη και τρίκυκλο, ιδιοποιούμενη αυθόρμητα το σύστημα ιδεών και χειραγωγήσεων της κυρίαρχης τάξης, της οποίας το συμφέρον είναι η διατήρηση των κοινωνικών σχέσεων που επιτρέπουν την κυριαρχία της και φαίνεται πως σ’ αυτό εξυπηρετεί  το πρότυπο του δόκτορα Τζέκυλ και κύριου Χάιντ εφαρμοζόμενου στο  αστικό κράτος.    
               Με τον μεταπολιτευτικό ελιγμό της, όταν απονομιμοποιήθηκε η κυρίαρχη ιδεολογία του μετεμφυλιακού κράτους, η αστική τάξη σφετερίστηκε ιδεολογική και πολιτική ακτινοβολία των κομμουνιστών της δεκαετίας του ’40, και εμφανώς, τουλάχιστον ένα  μεγάλο τμήμα της, αποστασιοποιήθηκε απ’ αυτήν γενικά  προσποιούμενη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, άγνοια σχετικά με τη δολοφονία, προβάλλοντας την ερμηνεία  της  διττής εξουσίας που περιλάμβανε το σκοτεινό, μη ελεγχόμενο παρακράτος. Το ίδιο σχήμα επιστρατεύεται και τώρα για να ερμηνευτούν δράσεις και συμπεριφορές φασιστικές,  που κανένα αστικό κόμμα βέβαια ξεκάθαρα δεν επιδοκιμάζει. Από  την άλλη όμως  δεν διστάζουν να τις εκμεταλλευτούν για να διαμορφωθούν συνειδήσεις και νοοτροπίες που συμβάλλουν στη δημιουργία είτε προϋποθέσεων, ενότητα εναντίον του φασισμού, για  ανοχή ή και αποδοχή του υπάρχοντος συστήματος είτε διεξόδων προς τη φασιστική επιλογή  για  ελεγχόμενη διοχέτευση  της αγανάκτησης και απελπισίας, που  δεν θα εξυπηρετήσει παρά το κεφάλαιο.
               Η εικόνα πάλι του πατέρα με το παιδί στην αγκαλιά, ο οποίος προπηλακίζει το δήμαρχο, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου που τμήματα των λαϊκών μαζών αντιδρούν υποκύπτοντας σε συγκεκριμένες ανάγκες των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δομών που χρειάζονται οι κυρίαρχες τάξεις. Κι αν  η αντίθεση ανάμεσα στον υποβασταζόμενο γηραιό κύριο και τον ώριμο γερό άντρα με συμπεριφορά τραμπούκικη που ξεπερνά τα εσκαμμένα για σεβασμό στον αδύναμο προκαλεί απέχθεια, είναι όμως ακριβώς αυτός ο λόγος   που το γερό σώμα και οι προπηλακισμοί δίνουν την αίσθηση της υπεροχής στον ώριμο άντρα. Κι  είναι αυτή η υπόσχεση υπεροχής που ο φασισμός  χρησιμοποιεί  για να  παρασυρθούν μεγάλες λαϊκές μάζες, κάνοντας έτσι να φαίνεται ότι αυταρχισμός και εκφασισμός ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και διεκδικήσεις των εξαθλιωμένων λαϊκών στρωμάτων. Ο προβληματισμός λοιπόν που γεννά αυτή η εικόνα δεν έχει να κάνει τόσο με την ίδια τη συμπεριφορά, όσο για τις αιτίες που διαμόρφωσαν τις συνθήκες οι οποίες  επέτρεψαν  αυτή να εκδηλωθεί.
               Κι αν στα χρόνια ανόδου του  λαϊκού κινήματος φαινόταν πως επιδίωξη ήταν η ενσωμάτωση που θα εξασφάλιζε τη συναίνεση στις επιλογές της κυρίαρχης πολιτικής, στην εποχή της οικονομικής κρίσης που μονιμοποιήθηκε και εξαπλώνεται με τη μια ή  άλλη μορφή, φαίνεται πως το ξερίζωμα των λαϊκών στρωμάτων από την καθημερινότητα της ζωής και η εκμηδένιση τους δεν λειτουργούν ανασταλτικά για τις επιλογές της κυρίαρχης τάξης. Επιμένοντας όμως ο κυρίαρχος λόγος  και οι μεταμφιέσεις του στην απαξίωση σε ιδεολογικό επίπεδο της πάλης των τάξεων και του κοινωνικού μετασχηματισμού και υποστηρίζοντας την αστική δημοκρατία ως οριστικό, ολοκληρωμένο και διαχρονικό πολιτικό σύστημα που ποινικοποιεί κάθε προσπάθεια μετασχηματισμού έξω από τις διαδικασίες που η ίδια επιτρέπει, αρνείται ταξικές συγκρούσεις κι υπερασπίζεται νεφελώδη και συγκεχυμένα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες.
               Στην πραγματικότητα όμως  η μορφή που παίρνει κάθε φορά ο φασισμός γίνεται πάνω στη βάση των ταξικών συγκρούσεων, την ιδιαίτερη έκφραση των ειδικών  ταξικών αγώνων. Στο περιστατικό λοιπόν βίας με το δήμαρχο αποδεικνύεται πώς κι ο εκφασισμένος κυρίαρχος λόγος εκμεταλλεύεται τις  ταξικές συγκρούσεις και στρεφόμενος ακόμα και εναντίον αστών  προσπαθεί να γίνει ακόμα περισσότερο  πειστικός σε λαϊκές μάζες δείχνοντας πως ανταποκρίνεται στις επιθυμίες και διεκδικήσεις τους. Και στο σημείο αυτό αποκαλύπτονται οι υπηρεσίες του στο κυρίαρχο σύστημα, στο οποίο ανοίγεται ευρύ πεδίο υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας και καταξίωσής της υπεράνω τάξεων, ώστε να μην υπάρξουν προεκτάσεις, να μην προκύψουν αναλύσεις, για  να μη συνδεθεί με το φασισμό.
               Και κάπως έτσι χειραγωγείται η απελπισία και η επιθετικότητα των μαζών, όταν σε καιρούς εξαθλίωσης δεν αρκούν τα ζαχαρωμένα όνειρα να τις καθηλώσουν μακροπρόθεσμα σε παθητικότητα. Η σύμπτωση λοιπόν του πριγκιπικού γάμου και του βίαιου επεισοδίου με το δήμαρχο μοιάζουν με τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όταν  η συναίνεση απειλείται και τα παραμύθια με διάφορα περιτυλίγματα χρυσόσκονης για τις ευκαιρίες που μας προσφέρονται κινδυνεύουν να μη είναι πειστικά, η κυρίαρχη τάξη οργανώνεται ιδεολογικά για να  δικαιώσει και να διολισθήσει, όταν χρειαστεί, και στη φασιστική επιλογή.    

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΨΕΥΔΩΝΥΜΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

Το τραγούδι της Netta Barzilai, με το οποίο το Ισραήλ κέρδισε την πρώτη θέση στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον, έβαλε ο υπουργός εξωτερικών του Ισραήλ στη σελίδα του στο facebook γράφοντας "για να δείξουμε ένα διαφορετικό πρόσωπο του Ισραήλ». Και μετά από λίγες μέρες το Ισραήλ έδειξε το ίδιο πρόσωπο που εβδομήντα χρόνια τώρα έχει, από τότε που ιδρύθηκε το νεότευκτο κράτος. Δεκάδες νεκροί παλαιστίνιοι στη Λωρίδα της Γάζας από Ισραηλινούς στρατιώτες που πυροβολούν ενάντια σε  δεκάδες χιλιάδες παλαιστίνιους οι οποίοι διαδηλώνουν και  την ημέρα της  μεταφοράς  της αμερικανικής πρεσβείας από το Τελ Αβιβ στην Ιερουσαλήμ.
         Και σκέφτεται κανείς πως στην νίκη του Ισραήλ στη Γιουροβίζιον και στην εγκληματική συμπεριφορά των στρατιωτών του εναντίον των διαδηλωτών αναγνωρίζει κανείς την ιδεολογία και πρακτική του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού στη σύγχρονη εκδοχή του. Στο λόγο της  ισραηλινής τραγουδίστριας  που, εκφράζοντας τη χαρά της για την πρωτιά, ευχαρίστησε όσους την ψήφισαν  γιατί διάλεξαν την διαφορετικότητα, χωρίς να παραλείψει να ευχηθεί «την επόμενη φορά στην Ιερουσαλήμ», συμπυκνώνεται η ίδια η  αστική ιδεολογία που από τη μια υποστηρίζει την κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων και από την άλλη αποτρέπει κάθε αμφισβήτηση του υπάρχοντος συστήματος και των ιμπεριαλιστικών επιλογών του.   
             Το να γίνεται αποδεκτή η διαφορετικότητα προϋποθέτει την ύπαρξη ενός προτύπου, το οποίο βέβαια πρότυπο επιτρέπει την παρέκκλιση απ’ αυτό, κι έτσι και η παρέκκλιση εξαρτάται από το πρότυπο το οποίο γίνεται δεκτό.  Και ποιο άλλο είναι αυτό το πρότυπο από τον αστό με όλα τα τυπικά γνωρίσματα του ατομικού υποκειμένου των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής;  Επομένως, η αποδοχή της διαφορετικότητας , ενώ φαίνεται πως καταφάσκει στη διαφορά, έμμεσα προβάλλει τη «νομιμότητα» της ύπαρξης αυτού του προτύπου. Ο,τι λοιπόν δεν συγκρούεται με τα ουσιώδη γνωρίσματα του προτύπου, συνιστώντας επουσιώδη στοιχεία του, μπορούν να συνυπάρχουν και να περιλαμβάνονται στη διαφορετικότητα. Είτε λοιπόν η γυναίκα είναι υπέρβαρη είτε με διαστάσεις μοντέλου, είτε τεκνοποιεί είτε διευθύνει δεν ξεφεύγει από το βασικό πρότυπο της εμπορευματοποίησης κάθε δραστηριότητας, της κερδοφορίας από κάθε ταλέντο.  
Την ίδια στιγμή η παραδοχή και προβολή της διαφορετικότητας διαφημίζεται πως είναι το σημείο εκκίνησης για να γίνει πράξη από το άτομο η απελευθέρωσή του, ώστε ν’  αποτινάξει περιττά νοητικά σχήματα που το κάνουν να θεωρεί φυσική κι αυτονόητη  την όποια συμπεριφορά του που προκαθορίζεται από μηχανισμούς οι οποίοι το καθυποτάσσουν. Και μοιάζει σαν συνέπεια τέτοιων αντιλήψεων να  είναι η άρνηση κάθε μηχανισμού που ισοπεδώνει τα άτομα, άρα κάθε είδους εξουσίας που διαμορφώνει  την ατομικότητα σύμφωνα με προκαθορισμένα σχήματα. Και η κατάληξη είναι ν’ αντικατοπτρίζονται στο είδος της διαφορετικότητας οι αντιθέσεις της κοινωνικής πραγματικότητας ανάμεσα στο σύνολο και το άτομο που οδηγεί να προκρίνεται το άτομο σε ένα όμως  οικονομικοπολιτικό κενό,  με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.
 Χωρίς λοιπόν ν’ αποσαφηνίζεται η σχέση του ατόμου με την κοινωνική πραγματικότητα, το αποτέλεσμα είναι να  απορρίπτεται ως στόχος  η οργάνωση των ανθρώπων για αμφισβήτηση και σύγκρουση με το  σύστημα, αφού η οργάνωση μπορεί να οδηγήσει στη στέρηση της ελευθερίας της ατομικότητας. Αυτό λοιπόν που μπορεί ν’ αλλάξει είναι ό,τι αναφέρεται στη σφαίρα του ιδιωτικού. Τι αυτό συνεπάγεται γενικότερα δεν ενδιαφέρει. Κι έτσι πολύ βολικά μπορεί να γίνουν αποδεκτά  άτομα η κινήματα με βάση τη μοναδικότητά τους να  κατευθύνουν το γενικό πολιτικό προσανατολισμό. Όπως με τη νικήτρια της Γιουροβίζιον που δεν παρέλειψε να ευχηθεί «την επόμενη φορά στην Ιερουσαλήμ». Η διαφορετικότητα, η ανεκτικότητα και κάθε είδους μύθος για τις δυνατότητες του ατόμου τίθενται στην υπηρεσία  νομιμοποίησης  ιμπεριαλιστικών επιλογών. Η υπέρβαρη τραγουδίστρια –θρίαμβος της διαφορετικότητας- που τραγουδά για την κακοποίηση γυναικών –που γίνεται ιδιωτική υπόθεση- στην τελική δικαιώνει την πολιτική του στρατοκρατούμενου Ισραήλ.
               Του Ισραήλ που οικοδομεί την ύπαρξή του σε εχθρική βάση και θεωρεί τον εαυτό του ότι βρίσκεται μόνιμα  σε εμπόλεμη κατάσταση, είτε πρόκειται για κλασικό πόλεμο είτε για αγώνα που διεξάγουν οι λαϊκές μάζες κατά της κατοχής για την ύπαρξή τους. Ο ρόλος του Ισραήλ σαν προκεχωρημένη βάση συνεργασίας με τον ιμπεριαλισμό δεν επιτρέπει ούτε ΗΠΑ ούτε ΕΕ να καταδικάσουν ξεκάθαρα καμιά από τις ενέργειές του των μαζικών δολοφονιών παλαιστινίων που πολεμάνε με πέτρες, παρά το περισσότερο που επιτρέπεται είναι να συστήνουν αυτοσυγκράτηση και στις δυο πλευρές. Το Ισραήλ ξέρει πως μπορεί να υπολογίζει σ’ αυτούς, αφού πάντα και χωρίς κανέναν όρο τάσσονται υπέρ του, ενώ όσο περνούν τα χρόνια διευρύνεται το χάσμα που χωρίζει το κράτος του Ισραήλ και την κοινωνία του από τον αραβικό πληθυσμό.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΓΧΥΣΗ


Στις 9 Μαίου η  Ευρώπη γιορτάζει την ημέρα της, την επέτειο της αντίστοιχης   ημέρας του 1950 όταν ο Ρ. Σούμαν διάβασε τη διακήρυξη ενοποίησης της Ευρώπης, των αστικών δημοκρατιών της δυτικής Ευρώπης, επανασηματοδοτώντας εκείνη του 1945, ενώ η Ρωσία την ίδια μέρα τιμά  την άνευ όρων  συνθηκολόγηση των Γερμανών στα 1945 μετά την κατάληψη του  Βερολίνου από  τον   κόκκινο στρατό της ΕΣΣΔ. Η Ευρωπαϊκή οικονομική κοινότητα Άνθρακα και  Χάλυβα γέννησε την Ένωση της καπιταλιστικής Ευρώπης και η Ρωσία του Β. Πούτιν στην προσπάθεια να οικειοποιηθεί την ΕΣΣΔ  αποδίδει την κύρια ευθύνη για τη διάλυσή της στο κομμουνιστικό κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης.
               Δυο ενδεικτικά παραδείγματα ερμηνείας της ιστορίας με σκοπό τη δικαίωση σύγχρονων πολιτικών επιλογών. Η νίκη επί του φασισμού δικαιώνεται στην καπιταλιστική Δύση από τη μια  με την καπιταλιστική  ενοποιητική διαδικασία της Ευρώπης και από την άλλη  στη Ρωσία με την  ανάδειξη της εθνικής ενότητας που την καθιστά διάδοχο της ΕΣΣΔ, χωρίς  όμως σοσιαλισμό ή ταξικά συμφέροντα.
               Κι αν η ιστορία, έστω και κομμάτια της, καθορίζει την εμπειρία μας όταν τη βιώνουμε, όμως τις στάσεις κι αντιλήψεις, που μας κληροδοτεί για να αντιληφθούμε το παρόν, η κυρίαρχη εξουσία έχει άφθονα μέσα για να διαμορφώσει κατά τα συμφέροντά της. Φτάνοντας λοιπόν στο βιολογικό της τέλος η γενιά στη οποία εγγράφηκε η ιστορία  του β’ παγκοσμίου πολέμου στο σώμα της  καθώς χάνεται η μνήμη της, ακόμα κι αν πλεκόταν το πραγματικό με το φανταστικό, απομένουν οι μεταγενέστερες γενιές μόνο με τις  ερμηνείες της ιστορίας που επεμβαίνουν και διαμορφώνουν τη συλλογική μνήμη.  Κι επειδή αυτή που  επικρατεί είναι  η ερμηνεία της κυρίαρχης τάξης η ιστορία καταλήγει ένα ακόμα όργανό της για την επιβολή των συμφερόντων της.
               Αποδεσμεύοντας λοιπόν το ναζισμό και φασισμό από τον καπιταλισμό, η κυρίαρχη τάξη μέσω οικονομικών και στρατιωτικών ενώσεων, όπως ΕΕ και ΝΑΤΟ,  με ρητορική που υπερασπίζεται δημοκρατία και αστικά δικαιώματα εφαρμόζει  φασιστική πρακτική για να επιβάλλει τα συμφέροντά της. Τέτοια δείγματα λόγου ιμπεριαλιστικής χειραγώγησης και ψεύδους είναι  οι ανθρωπιστικές δηλώσεις του ΟΗΕ που δεν αποτρέπουν, κι ούτε και το επιδιώκουν άλλωστε, τις σφαγές των λαών στη Μ. Ανατολή. Κι αν ο ναζισμός ήταν μια ιδιαίτερη, γερμανικής πατέντας, μορφή ιμπεριαλισμού, που προκάλεσε ανείπωτη φρίκη και κακό σε εκατομμύρια λαών δεν ήταν όμως απαραίτητα η αιχμή του εφόσον η βαρβαρότητα συνεχίζεται μέχρι σήμερα ακόμα και κάτω από δημοκρατικές μεταμφιέσεις. Ο ναζισμός που προκάλεσε το λουτρό αίματος στην Ευρώπη, αντίστοιχο με το συνεχές, μακροχρόνιο λουτρό αίματος που οι πολιτισμένοι ευρωπαίοι έχουν προκαλέσει σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αν δεν επικράτησε είναι γιατί συνθλίφτηκε από τους κομμουνιστές της ΕΣΣΔ. Βέβαια όσο περνούν τα χρόνια όλο και πιο πολύ ο κόκκινος στρατός απεικονίζεται ως καταπιεστής και κατακτητής όλο και περισσότερο αποσιωπάται ο μέχρι εσχάτων αγώνας του στην απελευθέρωση από τους ναζί της Ευρώπης, ενώ δυναμώνουν και οι φωνές που κατηγορούν μαζί με τον Χίτλερ και τον Στάλιν για την έναρξη του πολέμου.
               Και στην τελική αυτό που έχει επικρατήσει για το β παγκόσμιο πόλεμο είναι η απλοϊκή εικόνα ενός κακού παράφρονα, του Χίτλερ, με όλους τους άλλους, μ’ επικεφαλής τον Τσώρτσιλ,  σε ρόλο καλού  που προσπαθούν να τον  σταματήσουν.  Η απλοϊκότητα της ερμηνείας χρεώνει στη σκληρότητα της ανθρώπινης φύσης τον πόλεμο προκρίνοντας μεταφυσική αιτιολόγηση και καλύπτοντας έτσι τις πολύ υλικές αιτίες που τον προκαλούν. Κι είναι μια βολική εξήγηση αυτή  που επιτρέπει να μένουν στο μισοσκόταδο έρευνες κι εργασίες οι οποίες αποδεικνύουν τη χρηματοδότηση της γερμανικής πολεμικής μηχανής  από εταιρείες ευρωπαϊκές και  αμερικανικές.
               Βολικές εξηγήσεις επιστρατεύονται και τώρα  για τις συγκρούσεις στη Συρία, όπου ειδικοί αναλυτές και δημοσιογράφοι αναπαράγουν την προπαγάνδα του ΝΑΤΟ  για αντίσταση σε αυταρχικά καθεστώτα που δολοφονούν με χημικά όπλα, δίνοντας ευκαιρία στις ασήμαντες αστικές ευαισθησίες προοδευτικών αστών να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους για τα παιδάκια που σκοτώνονται. Διαχέεται κάθε είδους αστική σύγχυση, όπως η σιωπηρή προϋπόθεση για τη μεταφυσική σχεδόν δύναμη του διεθνούς σιωνισμού, συγχωνευμένη με απλό φασισμό για να δικαιολογούνται οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Μ. Ανατολή, που έχουν ανακηρύξει το Ιράν σε αποδιοπομπαίο τράγο και  το Ισραήλ, σύμμαχο μας τα τελευταία χρόνια, που εφαρμόζει τις πολιτικές του ΝΑΤΟ,  σε αιωνίως αμυνόμενο του οποίου απειλείται η ύπαρξη, όταν το ίδιο δεν επιτρέπει ούτε την επιβίωση στους παλαιστίνιους.
               Ο τρόπος που ο κυρίαρχος λόγος ανασυνθέτει το παρελθόν θρυμματίζοντας το σε ανεξάρτητα μεταξύ τους τμήματα που δεν μπορούν να διασυνδεθούν κατά την αιτιώδη σχέση τους δεν αντανακλά παρά ιδεολογικές παραστάσεις που μπορεί να  δικαιώνουν την πρακτική της άρχουσας τάξης και στο παρόν.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ


Εν μέσω  κυβερνητικών δηλώσεων για αντίθεση στις πυραυλικές επιθέσεις από ΗΠΑ και Γαλλία στη Συρία, παρόλο που χρησιμοποιήθηκε η νατοϊκή βάση της Σούδας,  θριαμβολογιών του πρωθυπουργού για καθαρή έξοδο από μνημόνια, επιθέσεων φασιστών σε πρόσφυγες στη Μυτιλήνη κατατέθηκε και πριν μερικές μέρες ψηφίστηκε επί της αρχής στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων το νομοσχέδιο με τα «μέτρα για την ενίσχυση του θεσμού της αναδοχής και υιοθεσίας» που δίνει το δικαίωμα αναδοχής σε ομόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Κι ακόμα κι αν η προθυμία της κυβέρνησης να νομοθετεί για ζητήματα που θεωρούνται πως άπτονται «προοδευτικών κοινωνικών αντιλήψεων» μπορεί να κατηγορηθεί για αποπροσανατολιστική από φλέγοντα προβλήματα είναι όμως κι ενδεικτική για το είδος της προοδευτικής κατεύθυνσης των αριστερών δυνάμεων σαν το ΣΥΡΙΖΑ.
               Οι νόμοι που ψηφίστηκαν από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για ομόφυλα ζευγάρια μοιάζει να νομοθετούν ένα νέο είδος οικογένειας με συγκεχυμένες τις έννοιες της πατρότητας και μητρότητας. Το πρόβλημα είναι η στόχευση αυτής της σύγχυσης.
           Με το έργο του ο Φ. Ένγκελς για την καταγωγή της οικογένειας ξεκαθάρισε πως  η  οικογένεια ως κοινωνικό φαινόμενο αλλάζει ακολουθώντας την εξέλιξη της οικονομικής βάσης της κοινωνίας, εφόσον κάθε μορφή της προκύπτει από την ιστορική εξέλιξη του ανθρώπου εκφράζοντας ιστορική αναγκαιότητα. Έτσι η επικράτηση της μονογαμικής μορφής οικογένειας στηριζόταν στη νίκη της ατομικής ιδιοκτησίας με την κυριαρχία του άντρα στην οικογένεια και την εξασφάλιση της γνησιότητας των παιδιών του που θα κληρονομούσαν την περιουσία του. Η μονογαμική οικογένεια γίνεται η εικόνα των αντιθέσεων και αντιφάσεων μέσα στις οποίες κινείται από την εμφάνιση του πολιτισμού η διασπασμένη σε τάξεις κοινωνία, χωρίς να μπορεί να τις λύσει και να τις ξεπεράσει. Και βέβαια στη Δύση η επικράτηση του χριστιανισμού ενίσχυσε τους ιδεολογικούς δεσμούς που στερέωναν την οικογένεια, έτσι που πάνω στην οικονομική βάση του γάμου να εμφανιστεί  κι ένα συγκινησιακό και αισθηματικό περίβλημα. Ακόμα κι όταν στην  άρχουσα τάξη, απαλλαγμένη από οικονομικές φροντίδες και φτάνοντας σ’ ένα στάδιο πνευματικής και ηθικής ανάπτυξης, εμφανίστηκε ο ιπποτικός έρωτας, η ατομική ιδιοκτησία παρέμεινε η βάση των οικογενειακών σχέσεων. Με την εκβιομηχάνιση καταστράφηκε ο δεσμός ανάμεσα στη ζωή της οικογένειας και στην παραγωγή αφήνοντας μόνο τη λειτουργία της διοργάνωσης της οικιακής ζωής και έφτασε η οικογένεια να περιοριστεί  στους συζύγους και τα παιδιά. Επιπλέον, υπό την επίδραση των επαναστατικών αγώνων τα νομοθετικά συστήματα  αναγνωρίζουν, ανεξαρτήτως της εφαρμογής στην πραγματική ζωή, δικαιώματα στη γυναίκα και τον γάμο σαν συμφωνία εθελοντική ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα με ίδια δικαιώματα και καθήκοντα  ο ένας απέναντι στον άλλο.
               Κι αν στις μέρες μας, του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, μοιάζει να εξασθενούν οι οικονομικοί, νομικοί και θρησκευτικοί δεσμοί που στερέωναν την οικογένεια και υπερασπίζονταν τις ευκρινείς σχέσεις ιδιοκτησίας ηθικοποιώντας τες σ’ ένα ιδεολογικό επίπεδο  μέσα στην οικογένεια, συνεχίζει όμως η οικογένεια να συντελεί  στη διαμόρφωση των βασικών αξιών και απόψεων  που μπορεί να αποβούν αποφασιστικής σημασίας για τα άτομα ακόμα και μετά την αποχώρησή τους από την οικογενειακή εστία. Γι’ αυτό και νομοθετήματα σαν αυτό που περιλαμβάνει αναδοχή σε ομόφυλα ζευγάρια αδρά περιγράφουν σαν σε σκαρίφημα τα νέα πρότυπα οικογένειας στον καπιταλισμό της υψηλής τεχνολογίας. Γιατί «το καθοριστικό στοιχείο στην ιστορία είναι σε τελική ανάλυση: η παραγωγή και η αναπαραγωγή της άμεσης ζωής» κι επομένως «Οι κοινωνικοί θεσμοί όπου ζουν οι άνθρωποι μιας ορισμένης ιστορικής εποχής και μιας ορισμένης χώρας, καθορίζονται και από τα δυο είδη της παραγωγής: από τη βαθμίδα ανάπτυξης, από τη μια μεριά, της εργασίας και, από την άλλη, της οικογένειας».
               Η οικογένεια και στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο παραμένει ακόμα  βασικός κοινωνικός θεσμός αναπαραγωγής, κοινωνικοποίησης και μεταβίβασης αγαθών. Επηρεάζοντας λοιπόν το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των παιδιών μ’ ένα μονοπωλιακό τρόπο στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, νομοθετήματα, σαν αυτό που ψηφίστηκε πριν από λίγες μέρες, δείχνουν την κατεύθυνση την κοινωνικοποίησης στην οποία η κυρίαρχη εξουσία δεν είναι αρνητική. Έχοντας το παιδί  σαν ομάδα αναφοράς τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε μια οικογένεια με ασαφείς γονεϊκούς ρόλους, που δεν θεωρούνται δεδομένοι και σταθεροί και καθορίζονται με νομικά συμβόλαια,  χαλκεύει προοδευτικά τη δική του προσωπικότητα πάνω στη φενάκη πως είναι ρυθμιστής της προσωπικής του πορείας στη ζωή. Και κάπως έτσι διαμορφώνεται ένας ατομικός τρόπος ζωής που ευνοεί επαγγελματική κινητικότητα, άνευ όρων διαθεσιμότητα εργαζομένων κι αποδοχή της ρευστότητας του περιβάλλοντος που δεν εγγυάται καμιά σταθερότητα και ασφάλεια.
               Κι αν στις  μέρες μας είναι  καταλυτική η  επέμβαση της επιστήμης στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, οι συνέπειες αυτής της επέμβασης εξαρτώνται άμεσα από τις κατευθύνσεις και στόχους του ίδιου του οικονομικοπολιτικού συστήματος, εφόσον η οικογένεια δεν ζει σε πολιτική ανυπαρξία. Κι επειδή δεν είναι μόνο το σεξ που έχει αυτονομηθεί  από τη διαδικασία αναπαραγωγής αλλά και το αντίστροφο, η έννοια του γονιού φαίνεται να χάνει το σταθερό βιολογικό υπόβαθρο και η απόκτηση παιδιού μπορεί να γίνει βάσει νομικών διατάξεων. Ενδεικτικό μιας τέτοιας κατεύθυνσης είναι ο Νόμος 3089/ 23-12-2002 σχετικά με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή για την περίπτωση της ανάδοχης μήτρας, όπως και ο πρόσφατος για την αναδοχή από ομόφυλα ζευγάρια. Ανεξαρτήτως συμφωνίας ή όχι με τα νομοθετήματα,  το βέβαιο είναι πως οδηγούμαστε σε επαναπροσδιορισμό της οικογένειας. Αναγνωρίζεται λοιπόν μια τάση για ίδρυση οικογένειας με βάση τη βούληση, και όχι απλώς ως προς το χρόνο,  των εμπλεκομένων μερών που συνδέει το παιδί μ’ εκείνους που το επιθυμούν, είτε είναι γενετικοί γονείς είτε όχι.  Οι δεσμοί συγγένειας μοιάζει να οργανώνονται διαμέσου της διαπραγμάτευσης και των συμβολαίων.
Μόνο που στο καπιταλιστικό σύστημα μετατρέπονται τα πάντα σε εμπορεύματα,  κυριαρχεί η αγορά και η πώληση κι επομένως καμιά εγγύηση δεν υπάρχει πως και η ίδια η αναπαραγωγή δεν θα καταλήξει ξεκάθαρα και μόνο ένα εμπόρευμα. Ακόμα και οι νομοθεσίες για σύναψη συμβολαίων με ρητή νομική απαγόρευση οικονομικής δοσοληψίας δεν μπορεί να αποτρέψει σ’ ένα καπιταλιστικό περιβάλλον η απόκτηση παιδιού να περιοριστεί στο επίπεδο της οικονομικής επιχείρησης. Εξάλλου μπορεί τυπικά και νομικά να έχει εξασφαλιστεί η ισότητα και ελευθερία στο καπιταλιστικό περιβάλλον της αστικής δημοκρατίας, αλλά στην πραγματική ζωή με τις οικονομικές ανισότητες και ταξικές καταπιέσεις μετανάστες, πρόσφυγες, φτωχοί  μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης στο πεδίο της αναπαραγωγής και δημιουργίας οικογένειας από ευημερούντες αστούς.
Κι έτσι δεν υποχωρεί η καχυποψία πως αυτό που φαίνεται σαν προϊόν βούλησης ή και ελεύθερης συμφωνίας να υπαγορεύεται στην τελική από τους κανόνες της αγοράς.
              

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

ΑΠΟ ΤΗΝ «ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ»


Κι επειδή η πρωτομαγιά  του 1886 είναι ορόσημο για τους εργατικούς αγώνες με τη μεγάλη απεργία στο Σικάγο των ΗΠΑ για διεκδίκηση  της 8ωρης εργάσιμης μέρας που βάφτηκε  με το αίμα των εργατών τις επόμενες μέρες, σε κάθε πρωτομαγιά με τις διαδηλώσεις τους οι εργαζόμενοι  εκφράζουν την απαίτησή τους να διεκδικήσουν με την οργάνωση και τον αγώνα τους την ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών αναγκών.
               Κι αν στις μέρες μας οι γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές ηγεσίες, όπως της ΓΣΕΕ, ξεκομμένες από τους εργαζόμενους και τα συμφέροντά τους έχοντας καταλήξει κομμάτι του κρατικού οικονομικού σχηματισμού συνέβαλαν τα μέγιστα στον ευνουχισμό των αγωνιστικών διαθέσεων των εργαζομένων και στην απομαζικοποίηση των διαδικασιών του συνδικαλιστικού κινήματος αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν είναι τα συνδικάτα που με ταξικό προσανατολισμό μπορούν να λειτουργήσουν ως οι μορφές οργάνωσης και συσπείρωσης  των εργαζομένων  για ένα αγωνιστικό κίνημα ενάντια στην αυθαιρεσία και τις επιθέσεις του κεφαλαίου.
Κι επειδή το συνδικαλιστικό κίνημα αντιμετωπίζει στις μέρες μας νέα προβλήματα και προκλήσεις θυμόμαστε τις αναφορές  του Μαρξ για τις  εργατικές ενώσεις και τη σημασία τους για τους αγώνες των εργατών στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου «η αθλιότητα της φιλοσοφίας».
 «Οι οικονομολόγοι κι οι σοσιαλιστές συμφωνούνε σ’ ένα μονάχα σημείο: να καταδικάσουνε τις εργατικές ενώσεις·  μόνο που δικαιολογούν διαφορετικά την καταδικαστική τους πράξη
               Οι οικονομολόγοι, λένε στους εργάτες: μην ενώνεστε. Με τις Ενώσεις σας, εμποδίζετε την κανονική πορεία της βιομηχανίας, εμποδίζετε τους εργοστασιάρχες ν’ ανταποκρίνονται στις παραγγελίες, φέρνετε αναταραχή στο εμπόριο κι επιταχύνετε τη μεγάλη διάδοση των μηχανών που, αχρηστεύοντας την εργασία σας ως ένα βαθμό, σας αναγκάζουν να δεχτείτε ακόμα πιο μικρό μισθό. Άλλωστε του κάκου αγωνίζεστε. Ο μισθός θα προσδιορίζεται πάντα απ’ την αναλογία των χεριών που ζητούνται με τα χέρια που προσφέρονται κι είναι γελοία κι επικίνδυνη η προσπάθειά σας να επαναστατείτε ενάντια στους αιώνιους νόμους της πολιτικής οικονομίας. 
           Οι σοσιαλιστές λένε στους εργάτες: μην οργανώνεστε, γιατί στο κάτω κάτω, τι θα κερδίσετε μ’ αυτό; Μιαν αύξηση μισθών; Οι οικονομολόγοι θα σας αποδείξουνε με ντοκουμέντα πως τις λίγες πεντάρες που θα μπορούσατε να κερδίσετε, σε περίπτωση επιτυχίας, για μερικές στιγμές, θα τις ακολουθήσει μια παντοτινή μείωση (μισθού). Ικανοί λογιστές θα σας αποδείξουνε πως θα χρειάζονταν χρόνια και χρόνια για να ξαναπιάσετε με την αύξηση των μισθών τα έξοδα που χρειάστηκε να κάνετε για να οργανώσετε και διατηρήσετε τις ενώσεις σας.
            Κι εμείς θα σας πούμε με την ιδιότητά μας του σοσιαλιστή, πως ανεξάρτητα από τούτο το χρηματικό ζήτημα, δε θα μείνετε λιγότερο εργάτες, και τ’ αφεντικά θα μείνουν πάντα αφεντικά κι ύστερ’ από τις ενώσεις σας όπως και πρωτύτερα. Ετσι ούτε ενώσεις χρειάζονται, ούτε πολιτική. Γιατί, το να φτιάχνετε ενώσεις δε σημαίνει πως κάνετε πολιτική;
             Οι οικονομολόγοι θέλουν να μείνουν οι εργάτες μέσα στην κοινωνία τέτοια που διαμορφώθηκε και τέτοια που την περιγράψανε και της βάλανε τη σφραγίδα τους στα εγχειρίδιά τους.
       Οι σοσιαλιστές θέλουν ν’ αφήσουν οι εργάτες την παλιά κοινωνία, για να μπορέσουν να μπούνε καλύτερα στην καινούρια κοινωνία που τους προετοιμάσανε με τόση προνοητικότητα.
               Ωστόσο, στο πείσμα των οικονομολόγων και των σοσιαλιστών, μ’ όλα τα εγχειρίδια και τις ουτοπίες, οι εργατικές ενώσεις δεν πάψαν ούτε μια στιγμή να προχωρούν και να μεγαλώνουν με την ανάπτυξη και την επέκταση της σύγχρονης βιομηχανίας. Βρίσκονται σήμερα σε τέτοιο σημείο ώστε ο βαθμός που έφτασε η ένωση των εργατών σε μια χώρα, δείχνει ολοκάθαρα το βαθμό που κατέχει αυτή στην ιεραρχία της παγκόσμιας αγοράς. Η Αγγλία, που η βιομηχανία έφτασε στον υψηλότερο βαθμό ανάπτυξης, έχει τις μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες εργατικές ενώσεις. (…)Οι οικονομικές συνθήκες είχαν αρχικά μετατρέψει τη μάζα της χώρας σ’ εργάτες. Η κυριαρχία του κεφαλαίου δημιούργησε για τούτη τη μάζα κοινή θέση, κοινά συμφέροντα. Ετσι, η μάζα αυτή είναι πια μια τάξη αντίκρυ στο κεφάλαιο. Μα δεν έχει γίνει ακόμα τάξη για τον εαυτό της. Μέσα στην πάλη, που μονάχα μερικές της φάσεις έχουμε σημειώσει, τούτη η μάζα συνενώνεται, συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της. Τα συμφέροντα που υπερασπίζει γίνονται ταξικά συμφέροντα. Μα η τάξη είναι πάλη πολιτική.(…)
Πολλές έρευνες έχουνε γίνει για να εξεταστούν οι διάφορες ιστορικές φάσεις που πέρασε η αστική τάξη από την κοινότητα ίσαμε τη συγκρότησή της σε τάξη.
Ωστόσο, όταν πρόκειται να εξεταστούν μ’ ακρίβεια οι απεργίες, οι εργατικές ενώσεις και οι άλλες μορφές, που μ’ αυτές οι προλετάριοι οργανώνονται, μπροστά στα μάτια μας σε τάξη, άλλους τους πιάνει πραγματικός φόβος, κι άλλοι δείχνουν αλαζονικά μιαν έσχατη περιφρόνηση.
Ο ζωτικός όρος για κάθε κοινωνία θεμελιωμένη πάνω στον ταξικό ανταγωνισμό, είναι μια καταπιεζόμενη τάξη. Η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης επιβάλλει, λοιπόν, απαραίτητα τη δημιουργία μιας καινούριας κοινωνίας. Για να μπορέσει να απελευθερωθεί η καταπιεζόμενη τάξη, πρέπει να μην μπορούν πια να σταθούν πλάι – πλάι οι παραγωγικές δυνάμεις που αποχτηθήκανε πια κι οι κοινωνικές σχέσεις που υπάρχουνε τώρα να μην μπορούν να συνυπάρξουν. Απ’ όλα τα μέσα παραγωγής η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η επαναστατική τάξη. Η οργάνωση των επαναστατικών στοιχείων σε τάξη υποθέτει πως υπάρχουν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορούσαν να γεννηθούν μέσα στα σπλάχνα της παλιάς κοινωνίας.
Αυτό σημαίνει τάχα πως ύστερα από το γκρέμισμα της παλιάς κοινωνίας θα υπάρξει μια καινούρια μαζική κυριαρχία, που συνοψίζεται σε μια καινούρια πολιτική εξουσία; Όχι.
Ο όρος για την απελευθέρωση της εργαζόμενης τάξης, είναι η κατάργηση κάθε τάξης, ακριβώς όπως κι ο όρος για ν’ απελευθερωθεί η μεσαία τάξη, η αστική τάξη, στάθηκε η κατάργηση όλων των παλιότερων καθεστώτων κι όλων των τάξεων.
Μέσα στην πορεία της ανάπτυξής της, η εργατική τάξη θ’ αντικαταστήσει την παλιά αστική κοινωνία με μια κοινωνία, που θ’ αποκλείσει τις τάξεις και τον ανταγωνισμό τους και δε θα υπάρχει πια η καθαυτό λεγόμενη πολιτική εξουσία, αφού η πολιτική εξουσία είναι ίσα – ίσα η επίσημη ανακεφαλαίωση του ανταγωνισμού μέσα στην αστική κοινωνία.
Στο μεταξύ ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, είναι πάλη τάξης με τάξη, πάλη που σα φτάσει στην ανώτερη έκφρασή της, γίνεται ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει, άλλωστε, να παραξενευόμαστε που μια κοινωνία, θεμελιωμένη πάνω στην αντίθεση των πραγμάτων καταλήγει σε μια βίαιη αντίφαση, σε μια σύγκρουση σώμα με σώμα σαν τελευταία λύση;
Μη λέτε πως οι κοινωνικοί αγώνες αποκλείουνε τους πολιτικούς αγώνες. Δεν υπάρχει ποτέ πολιτικός αγώνας που να μην είναι ταυτόχρονα και κοινωνικός.
Αυτό γίνεται μονάχα σε μια τάξη πραγμάτων όπου δε θα υπάρχουν πια τάξεις και ταξικοί ανταγωνισμοί, όπου οι κοινωνικές εξελίξεις θα πάψουν να ‘ναι πολιτικές επαναστάσεις. Ίσαμε τότε, στις παραμονές κάθε γενικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, η τελευταία λέξη της κοινωνικής επιστήμης θα ‘ναι πάντα:
«Αγώνας ή θάνατος: ματοκύλισμα ή αφανισμός. Έτσι ακαταμάχητα μπαίνει το ζήτημα.
Γεωργία Σάνδη».
     ( « Η αθλιότητα της φιλοσοφίας», σελ.171-174, εκδ. Γερ. Αναγνωστίδη)