Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΕΣ



Στην Κυριακάτικη Καθημερινή ο Στάθης Καλύβας που υπογράφει ως καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale σε άρθρο του για την επτάχρονη  δικτατορία των συνταγματαρχών απαριθμεί τα οφέλη από την επικράτησή της, (οικονομική άνοδος και αισιοδοξία, αστικοποίηση, οικοδομική δραστηριότητα, επέκταση οδικού δικτύου, ολοκλήρωση εξηλεκτρισμού, ξένες επενδύσεις, άνθηση τεχνών, προσέγγιση στα δυτικά πρότυπα ζωής από τη νεολαία), ενώ μοιάζει «οι αυταρχικές πρακτικές του καθεστώτος» να θεωρούνται από τον συγγραφέα σαν παράπλευρη …συνέπεια. Και το σημείο που αποκαλύπτεται ο λόγος συγγραφής  αυτού του άρθρου βρίσκεται ακριβώς  στο κατά βάσιν ρητορικό του ερώτημα αν υπήρχε τότε εναλλακτική διαδρομή. Στην απάντηση που διαφαίνεται μέσα από έναν επίπλαστο προβληματισμό, επιρρίπτονται ευθύνες για την εκτροπή  στην «αδυναμία των πολιτικών ελίτ να λειτουργήσουν συναινετικά» και άρα στο ανέφικτο του  ομαλού  εκδημοκρατισμού χωρίς δικτατορία. Και ο συγγραφέας συνδέοντας τη μεσαία τάξη, την νέα που τότε αναδείχτηκε με τη δικτατορία, που απαίτησε «όταν ήρθε η στιγμή, τον απογαλακτισμό της από το καθεστώς που την ανέδειξε» δικαιώνει τελικά τη δικτατορία που επιτάχυνε τις διαδικασίες του πολιτικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού.
               Την επόμενη μέρα δημοσίευσης του άρθρου πραγματοποιήθηκε η συναυλία «Ολη η Ελλάδα για τον Μίκη -1000 φωνές», που μοιάζει ο τελευταίος απόηχος  από τη δικτατορία, η οποία ένωσε τμήμα των αστών με τους κομμουνιστές στον αγώνα για εκδημοκρατισμό της χώρας. Στην πραγματικότητα, στο Καλλιμάρμαρο, οι χιλιάδες κόσμου που συγκινήθηκαν, επευφήμησαν και χειροκρότησαν τον Θεοδωράκη αποχαιρέτησαν μαζί του και το ιδεολόγημα της συναίνεσης και της πεποίθησης για εξανθρωπισμένο καπιταλισμό. Ο Μίκης Θεοδωράκης εμβληματικό μέλος μιας γενιάς που η πολιτικοποίησή της δεν είχε μόνο θεωρητικές πηγές, αλλά πήγαζε κυρίως από βιώματα σκληρά γραμμένα στο κορμί της,  συμπύκνωσε στη μεταπολίτευση στο πρόσωπό του ό,τι, ιδιαίτερα στα χρόνια της χούντας, χαρακτηριζόταν προοδευτικό και ταυτιζόταν μ’ εκείνη την  Ελλάδα που θεωρούνταν πέρα από τάξεις και  αγωνιζόταν για δημοκρατία και ελευθερία, ένα σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα. Γι’ αυτό και την ημέρα της συναυλίας ήταν σχεδόν αυτονόητο να παρευρεθούν πολιτικοί από όλο το πολιτικό φάσμα με προεξάρχοντα τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον πρόεδρο της Βουλής, ενώ πλήθη κόσμου να χειροκροτούν τον γέροντα Μίκη που από το αναπηρικό καροτσάκι διηύθυνε το μελοποιημένο ποίημα του Σεφέρη «Άρνηση».
               Αυτή η συναυλία του Μίκη βρίσκεται στην άλλη άκρη, του ίδιου όμως νήματος,  εκείνης που έγινε μετά τη μεταπολίτευση, με το στάδιο να φωνάζει «δώστε τη χούντα στο λαό», την εποχή που η  πλειοψηφία των αστών εμφανιζόμενη ιδεολογικά ανανήψασα κι εμβαπτιζομένη στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ της δικτατορίας εξασφάλιζε εχέγγυα δημοκρατικότητας και ελευθερίας συνολικά για την αστική τάξη και τη δημοκρατία της, επιτυγχάνοντας τη συναίνεση. Αυτή η συναυλία δεν ήταν μόνο ένας αποχαιρετισμός στη Μίκη, αλλά και σε ό,τι μεταπολιτευτικά η πολιτική του διαδρομή συμβόλιζε, από το περίφημο «Καραμανλής ή τανκς», σύμπραξη με ΚΚΕ,  μέχρι τη συνεργασία του με την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη. Ο Μίκης της μεταπολίτευσης δεν αποτελούσε πλέον συγκρουσιακό πρόσωπο, δεν απορρίπτονταν ως πολιτική παρουσία για κανένα κομμάτι των αστών.
               Και κάπως έτσι έγινε πιστευτό πως η άρχουσα τάξη δεν έχει συμφέροντα που συγκρούονται με των εργαζομένων. Κινήματα αναπτύχθηκαν για διάφορες υποκειμενικότητες και ατομικά δικαιώματα, ων ουκ έστι αριθμός, που προσποιούμενα αδιαφορία για ταξικές διαφοροποιήσεις και μπερδεύοντας ιδεολογικά κριτήρια προοδευτικότητας αποπροσανατόλισαν, εκφυλίζοντας τις ταξικές συγκρούσεις και στερεώνοντας την πεποίθηση πως ο  καπιταλισμός μπορεί να αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο.
               Η εποχή των μνημονίων με την επιβαλλόμενη εξαθλίωση των εργαζομένων διέλυσε τα μυθεύματα της μεταπολίτευσης αναδεικνύοντας την ταξική διάσταση της κρίσης. Κι αν μεγάλο τμήμα των εργαζομένων επιμένει  στη συνειδητή ή ασυναίσθητη υποστήριξη των θέσεων της κυρίαρχης ιδεολογίας, η ίδια η κυρίαρχη τάξη οργανώνει και την ιδεολογική της επίθεση στην οποία ο Στ. Καλύβας πρωτοστατεί με το Ν. Μαραντζίδη και την αναθεώρηση της ιστορίας με το βιβλίο τους «Εμφύλια πάθη». Στο άρθρο λοιπόν  για τη δικτατορία του Στ. Καλύβα συνοψίζονται επιχειρήματα δικαίωσης των πολιτικών της αστικής τάξης, με κυρίαρχο αυτό της αναγκαιότητας για κάθε επιλογή της. Μάλιστα, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει το άρθρο του, σε διευκρινιστική του ανάρτηση παρομοιάζει, σε μια …κορύφωση της επιστημονικής σκέψης,  τη χούντα με αρρώστια που είναι «πολύ κακά πράγματα» αλλά «συμβαίνουν στη ζωή, όπως και οι αρρώστιες».  Έτσι όμως  δικαιώνονται και  στο παρόν οι επιλογές μνημονίων, ακόμα και οι προσεχείς συρρικνώσεις  αστικών ελευθεριών, έτσι θεωρείται ο καπιταλισμός φυσικό φαινόμενο. Δεν ξεπλένει μόνο λοιπόν στο άρθρο του τη δικτατορία αποσιωπώντας βασανιστήρια και διώξεις, αλλά   επιχειρηματολογεί και  γιατί  το «πραξικόπημα ήταν αναπόφευκτο». Βεβαίως ακόμα δεν τολμά να υποστηρίξει απροκάλυπτα την επιβολή μιας δικτατορίας και γι’ αυτό αντλεί επιχειρήματα για την αναγκαιότητά της από το πεδίο των αστικών ελευθεριών που η ίδια ακυρώνει. Σε μια ιδιότυπη διαλεκτική προτείνει εμμέσως τον περιορισμό έως ακυρώσεως της αστικής δημοκρατίας για να επισπευθεί η επικράτησή της. Και ο ίδιος ο συγγραφέας και όσοι αστοί πανεπιστημιακοί και λοιποί έσπευσαν να επιδοκιμάσουν τον προβληματισμό του, να επαινέσουν την τόλμη του να εφαρμόσει επιστημονική σκέψη σε ζέοντα προβλήματα, επιμένουν να δηλώνουν πως οι πεποιθήσεις τους είναι δημοκρατικές, φιλελεύθερες πιο συγκεκριμένα, η οπτική τους αντικειμενική, επιστημονική πιο συγκεκριμένα. Συνεχίζει να ενσταλλάζεται, με διάφορες μεταμφιέσεις,  στη σκέψη μας η ιδεολογία την καθεστηκυίας κοινωνίας για να συνεχιστεί η άνευ αντιδράσεως  προσχώρηση στον τρόπο ζωής που η κυρίαρχη τάξη επιβάλλει.
               Εξάλλου η  κυρίαρχη τάξη μετά τη χούντα δεν έκανε τίποτε διαφορετικό από ό,τι ο Γ. Παπανδρέου στην απελευθέρωση όταν συναινούσε και στη λαοκρατία ενώπιον λαού που το απαιτούσε. Υποκρίνονταν μπροστά στο πλήθος και το πάθος ενός ρακένδυτου λαού τον συμπαραστάτη του. Μόνο που τότε εκείνος ο λαός είχε και όπλα. Στη μεταπολίτευση αρκούσε μέσα από συναινετικές διαδικασίες να ναρκωθεί ευτυχισμένος που καταναλώνει.
               Αν λοιπόν η συναυλία του Μίκη στο καλλιμάρμαρο σηματοδοτεί αυτή τη συναίνεση που χτίστηκε από τη  μεταπολίτευση, είναι όμως η ιστορική μνήμη που φοβίζει την κυρίαρχη τάξη. Γιατί στη χώρα μας η εμβληματική φυσιογνωμία του επικού μουσικού μας σφυρηλατήθηκε στα χρόνια της ταξικής σύγκρουσης και της επανάστασης. Γιατί στη χώρα μας συνεχίζει να υπάρχει το κόμμα που ήταν πρωτοπόρο στη ματωμένη δεκαετία του ‘40 για να οργανώνει την εργατική τάξη, να παλεύει για τα ταξικά συμφέροντα, το ΚΚΕ. Γιατί σ’ αυτή τη δεκαετία και ο Μίκης αναφέρθηκε,  στην εκδήλωση στο Αμφιθέατρο του Μουσείου της Ακρόπολης, όπου πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη Τύπου από όσους ανέλαβαν να υλοποιήσουν την παράσταση «Ολη η Ελλάδα για τον Μίκη». Ο ίδιος  απουσίασε και έστειλε γραπτό μήνυμα που κατέληγε με στίχους που έγραψε στη Μακρόνησο το 1948 
«“Χτύπα - χτύπα στο στήθος π’ ανάβει
Χτύπα - χτύπα τον νου που φωτά
Στα χτυπήματα θεριεύουν οι σκλάβοι
Κάτω μας σπρώχνεις μα πάμε ψηλά!”.
Λες και δεν πέρασε ούτε μία μέρα από τότε…».

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΕΝΤΟΣ ΚΙ ΕΚΤΟΣ ΑΝΑΛΩΣΙΜΟΙ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ



Εν μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων στο Ιράν, απροσδόκητων  εκλογικών αποτελεσμάτων στη Βρετανία, ανεξάντλητων προαπαιτούμενων για κλείσιμο της αξιολόγησης στα καθ’ ημάς, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολλοί ασχολήθηκαν με τη δήλωση του ηθοποιού Κ. Καζάκου που ανασύρθηκε από το παρελθόν, και στην οποία  χαρακτήριζε προδοσία τη μετανάστευση των νέων. Κι επειδή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αν  δεν αποτελούν κοινωνικό βαρόμετρο σίγουρα όμως, ακόμα κι αν ποικιλοτρόπως κι εκτεταμένα χειραγωγούνται,  καθρεφτίζουν τάσεις ενός μέρους της κοινωνίας, γι’  αυτό και οι αντιδράσεις που πυροδοτήθηκαν απ’ αυτή τη δήλωση γίνονται ενδιαφέρουσες για την κατανόηση αυτής της κοινωνίας.
               Η απορία για το ξαφνικό ενδιαφέρον για τη δήλωση του ηθοποιού βρίσκει την απάντησή της στα αποτελέσματα που παρήγαγε η αναδημοσίευσή της και ο σχολιασμός της.  Όλες αυτές τις μέρες έγινε φανερό πως ο στόχος ήταν το ΚΚΕ, του οποίου ο Κ. Καζάκος είχε υπάρξει βουλευτής, και η απαξίωσή του στο επίπεδο τουλάχιστον της ιδεολογίας.  Η  χρησιμοποίηση της λέξης προδοσία πυροδότησε έντονες αντιδράσεις με τη μεγεθυμένη υπερβολή της, ενώ το ίδιο το πρόβλημα της μετανάστευσης των νέων, και μάλιστα των μορφωμένων, αντιμετωπίστηκε περισσότερο με συναισθηματικούς όρους χωρίς η εστίαση να γίνεται στις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου που την επιβάλλει.
               Δεκαετίες τώρα έχουμε εκπαιδευτεί την μετανάστευση στα χρόνια της ευρωπαϊκής ενοποίησης να τη θεωρούμε κινητικότητα του ανθρώπινου δυναμικού, που ο εκθειασμός της και η προώθησή της και μέσα από κοινοτικά κονδύλια διαμορφώνουν μια αντίληψη συνεταιρισμού των εργαζομένων με την αστική τάξη, η οποία τους παρέχει κίνητρα για καλύτερους όρους ζωής. Έτσι στα θετικά της  οικοδόμησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης  συμπεριλήφθησαν οι περίφημες τέσσερις ελευθερίες, δηλ. η ελευθερία στην κίνηση των κεφαλαίων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και εργατικού δυναμικού.
 Μόνο που τελικά το σύνθημα ανοιχτά σύνορα, που είχε ιδεολογικά ερείσματα σε αντιλήψεις και προσδοκίες που διαμορφώθηκαν από τη δεκαετία του ’60  με τον καλοκαιρινό νομαδισμό της εξερεύνησης του κόσμου και της «διαφώτισης» του εσωτερικού ψυχισμού, στον καιρό της κρίσης αποκαλύπτεται πως περιλαμβάνεται στις πρακτικές  και τα λαϊκίστικα ιδεολογήματα της αστικής τάξης με τα οποία μεθόδευσε την συναίνεσή μας στην απαίτησή της για όξυνση του ανταγωνισμού μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης. Η συνεχής και αβέβαιη περιπλάνηση των νέων εντός της ΕΕ, εκεί όπου έχει ανάγκη το κεφάλαιο, δεν τους εξασφαλίζει με βεβαιότητα τίποτα, γιατί  ακόμα και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού οι νέοι θα υφίστανται τους σκληρούς όρους εργοδοσίας και τις ευέλικτες μορφές εργασίες.
Και στη δεκαετία του ’60, αλλά και στα χρόνια μας, η μετανάστευση εκτονώνει την πίεση των κεφαλαιοκρατών πάνω στην εργατική τάξη σε περιόδους κρίσης με τη μετακίνηση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, διαιρεί  και αποδυναμώνει το εργατικό κίνημα, έχοντας την ευχέρεια η εργοδοσία να χρησιμοποιήσει τον εθνικισμό και την διαστρωμάτωση των εργαζομένων προς όφελός της. Στις μέρες μας όμως η μετανάστευση δεν περιορίζεται μόνο «στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές»   αλλά επεκτείνεται και σε τράπεζες, επιχειρήσεις, νοσοκομεία κλπ. της ΕΕ και τότε η μετανάστευση ταυτίζεται με την ανοδική κοινωνική και οικονομική κινητικότητα ενός μεγάλου τμήματος του νέου επιστημονικού δυναμικού του τόπου.  Κι έτσι η  μετατροπή του εργαζόμενου σε απασχολήσιμο που βιώνει τον εφιάλτη των ελαστικών σχέσεων εργασίας μέσα σε συνθήκες συνεχούς ανασφάλειας, στον τόπο του και στο χώρο μετανάστευσης,  επενδύεται με υποσχέσεις και προσδοκίες κοινωνικής ανέλιξης όταν περιλαμβάνονται στα προσόντα του γνώσεις, νέες ιδέες, εξειδίκευση, ταλέντο, δημιουργικότητα κλπ. Μόνο που όλα αυτά τα προσόντα, ταλέντο και δημιουργικότητα αποκομμένα από τα συμφραζόμενα ενός συγκεκριμένου πολιτιστικού και κοινωνικού περιβάλλοντος υποτάσσονται απόλυτα στην εργαλειακή λογική της αγοράς που διαποτίζει στην τελική και τους ίδιους τους νέους επιστήμονες. Σ’ αυτόν λοιπόν τον κόσμο του καπιταλισμού με την εργασιακή επισφάλεια και ανταγωνισμό οφείλουν να προσαρμοστούν και να διαμορφώσουν την επιστημονική τους πορεία και την εργασιακή τους σταδιοδρομία, προσαρμόζοντας τα ατομικά σχέδια ζωής σε μια κατεύθυνση προσαρμογής στο δοσμένο περιβάλλον. Διαφορετικά θα αναγνωρίσουν την ατομική τους αποτυχία και θα οδηγηθούν στις στρατιές των ανέργων.
Από την  άλλη,  ο ανειδίκευτος και με χαμηλά προσόντα εργαζόμενος μένει ευάλωτος στις πιέσεις του κεφαλαίου, βιώνει τον εφιάλτη των ελαστικών σχέσεων εργασίας ζώντας σε συνθήκες συνεχούς ανασφάλειας, με εξευτελιστικές εργασιακές συνθήκες και μισθούς πείνας,  με ατέλειωτες στρατιές ανέργων να εποφθαλμιούν τη θέση του, επηρεάζοντας καθοδικά τη διακύμανση των μισθών σε παγκόσμια κλίμακα.  
Δεν υπάρχει λοιπόν προδοσία στην κυρίαρχη πολιτική που διαμορφώνει συνθήκες ευνοϊκές για τη μετανάστευση, Στο στάδιο της παγκοσμιοποίησης της παραγωγής, των επενδύσεων και της κατανάλωσης,  με  τη μετανάστευση  αναζητείται από την κυρίαρχη τάξη  φτηνό εργατικό δυναμικό από τις φτωχότερες χώρες με στόχο την μείωση κόστους, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και βέβαια την αύξηση του κέρδους των καπιταλιστών. Σ’ ένα λοιπόν παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον το πρόβλημα δεν είναι η φυγή επιστημόνων από μια χώρα αλλά η χρησιμοποίησή τους από την άρχουσα τάξη προς όφελός της και εις βάρος των αναλώσιμων και εμπορεύσιμων εργαζομένων.
Αυτοί λοιπόν που μεταναστεύουν προέρχονται, ή τουλάχιστον το πιστεύουν, από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και το πρόβλημα  είναι κατά πόσον  αισθάνονται τους εαυτούς τους ως μέρος κάποιου εργατικού κινήματος,  με κοινή συλλογική αγωνιστική μνήμη για την επίτευξη της αγωνιστικής ενότητας. Γιατί όπως είπε ο  ΓΓ. του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα σχολιάζοντας τη δήλωση του Κ. Καζάκου «Είναι και αγώνας δικός μας, ο αγώνας που κάνουν και στις χώρες που βρίσκονται είτε είναι εδώ οι νέοι, είτε βρίσκονται σε άλλες χώρες της Ευρώπης και σε όλο τον κόσμο"

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ



Κι όλες αυτές τις μέρες ο τρόπος  της επικοινωνιακής αξιοποίησης  από τον κυρίαρχο λόγο του τραυματισμού του Λ. Παπαδήμα από το παγιδευμένο γράμμα,  του θανάτου του σχεδόν αιωνόβιου Μητσοτάκη, των διαφόρων δηλώσεων, αλλοδαπών κι εγχωρίων, σχετικά με τις συνομιλίες για το ελληνικό χρέος, δείχνει πως ο τρόπος  που βιώσαμε και βιώνουμε γεγονότα της ιστορίας  δεν συμπίπτει με τον τρόπο που τα περιγράφει ή αξιολογεί ο λόγος της κυρίαρχης εξουσίας.
               Οι αγιογραφίες του Κ. Μητσοτάκη δεν συγκρούονται μόνο με τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα που βιώθηκαν τραυματικά αλλά πλέκοντας το πραγματικό με το φανταστικό κόντρα στην συλλογική μνήμη την αλλοιώνουν αν δεν την ακυρώνουν. Κι αν στη μακραίωνη ιστορία τα λαϊκά στρώματα μέσα από τα τραγούδια, μύθους ή παραδόσεις εκδήλωνε  τα αισθήματά του για ιστορικά πρόσωπα ή εξέφραζε την κρίση του γι’ αυτά, στη σύγχρονη εποχή των ΜΜΕ ο κυρίαρχος λόγος της άρχουσας τάξης μπολιάζει με τη δική του οπτική τον τρόπο να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε τα ιστορικά συμβάντα, χωρίς ν’  αφήνει περιθώριο διαφοροποίησης απ’ αυτόν. Είναι που στα χρόνια μας η κυρίαρχη τάξη δεν μας αφήνει απλώς στη μοίρα μας, αλλά επεμβαίνει να μας εντάξει σ’ όλα τα επίπεδα στη δική της μοίρα, αλλά στη θέση και με τον τρόπο που αυτή καθορίζει. Έτσι, η  αφομοίωση της δικής μας οπτικής μ’ αυτήν της κυρίαρχης τάξης νοθεύει, προς όφελός της,  τον πολιτικό βίο και τις δικές μας συλλογικές συμπεριφορές.
 Παλιότερα οι ιστορικές παραμορφώσεις αφορούσαν τους λίγους και όχι την πλειοψηφία ενός λαού που η ιστορική κληρονομιά του μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά μέσα από την προφορική παράδοση, τις γιορτές και τελετουργίες του, την τέχνη του. Από την εποχή όμως που οι λαϊκές τάξεις έδειξαν τις δυνατότητές τους και τη δύναμή τους  η προσπάθεια να κερδηθεί η εμπιστοσύνη τους και να ενσωματωθεί στα κριτήριά τους η κυρίαρχη ιδεολογία έγινε μεθοδευμένα και μ’ …επιστημονικό τρόπο. Ο κυρίαρχος λόγος  έχοντας καταπιαστεί τα τελευταία χρόνια με τόσα θέματα έχει πλουτίσει το υλικό των ιδεών του ή μάλλον καλύτερα το ρεπερτόριο των λέξεών του, χωρίς βέβαια να έχει αλλάξει ο πυρήνας τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί να διαστρεβλώσει εκείνους τους κοινωνικούς όρους ύπαρξης των λαϊκών στρωμάτων που μπορεί να  τροφοδοτήσουν έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, με κίνδυνο να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, και να αλλοιώσει τις ιστορικές μνήμες των στρωμάτων αυτών που συνδυάζονται με αγώνες και οδηγούν σε μια πολιτική ριζοσπαστικότητα.
               Το γεγονός λοιπόν πως  αστοί πολιτικοί και διανοούμενοι καταβάλλουν τόση προσπάθεια για να πείσουν για το πολιτικό ανάστημα του εκλιπόντος πρώην πρωθυπουργού δεν θα είχε τόση σημασία, στο κάτω-κάτω την τάξη του υπηρέτησε με συνέπεια, αν μέσα από αυτή την αγιοποίηση δεν διαστρεβλώνονταν τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, οι σκοπιμότητες των πρωταγωνιστών τους και τα συμφέροντα που διακυβεύονταν. Οι αγιογραφίες αυτές απευθύνονται στην πλειοψηφία του λαού που αντιμετωπίζεται σαν παιδί. Γιατί το παιδί καταλαβαίνει καλά μόνο τους μεμονωμένους ανθρώπους, δεν καταφέρνει να δει καθαρά την πλοκή των συλλογικών ανθρωπίνων σχέσεων ούτε βέβαια τα αντικρουόμενα συμφέροντα, γι’ αυτό και έχει  την τάση να αποδίδει στην ιστορική  και πολιτική κρίση το μέτρο της ατομικής κρίσης  και  να ανάγει τα πάντα  στις σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, στις αρετές και τις ατέλειες των μεμονωμένων ατόμων. Ο καλός βασιλιάς και ο κακός βασιλιάς από πρόσωπα των παραμυθιών γίνονται πρωταγωνιστές της αληθινής ιστορίας, γι’  αυτό και στις αγιογραφίες αυτές η δικαίωση των πολιτικών δικαιώνει και την ασκούμενη πολιτική τους.
               Οι ίδιες σκοπιμότητες αναγνωρίζονται και στις κραυγές εναντίον αυτών που σχολίασαν αρνητικά, ακόμα και χωρίς να ξεπερνιούνται τα όρια της κοινωνικής ευπρέπειας, τον πολιτικό βίο του τραυματισμένου Λ. Παπαδήμου, με αποκορύφωμα την καταγγελία του  Γ. Στουρνάρα για τις απειλές, στα όρια της φαιδρότητας, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που κινητοποίησε εισαγγελικές υπηρεσίες. Είναι κι αυτός ένας τρόπος ενοχοποίησης των αισθημάτων αγανάκτησης και θυμού που εκφράζονται, ακίνδυνα μάλιστα, μέσα από το πληκτρολόγιο. Όπως αλλοιώνεται η συλλογική μνήμη, και η θητεία του Λ. Παπαδήμου στον πρωθυπουργικό θώκο μόνο πέντε χρόνια απέχει, ενοχοποιούνται ακόμα και τα συναισθήματα που υπάρχει φόβος να ενεργοποιήσουν σκέψεις και δράσεις εναντίον της κυρίαρχης τάξης.
               Οι γνώσεις της κυρίαρχης τάξης  έχουν επεκταθεί  σημαντικά πάνω σε ό,τι αφορά τη βοσκή του εκλογικού κοπαδιού, την εκμετάλλευσή του και τον εκφυλισμό του. ¨Ολοι ετούτοι που υπηρετούν  αυτόν τον σκοπό έχουν επιφορτιστεί  να μας πείσουν για κορυφαίες αλήθειες που γι’ αυτές οφείλουμε να καταστραφούμε ως το τέλος. Η δυνατή φωνή του κυρίαρχου λόγου πρέπει να γιομίσει τα αυτιά του κόσμου. Ακόμα και οι  μεταξύ των διαφόρων εκπροσώπων της αστικής τάξης  απέχθειες σταματούν μπροστά στον κοινό εχθρό: τις εργαζόμενες μάζες.
               Για να καταστραφεί   η βαθιά αίσθηση του λαϊκού κόσμου για την αγωνιστικότητα και αντίσταση, την κοινωνική δικαιοσύνη και λαϊκή αλληλεγγύη. Η εργατική τάξη πρέπει να  λησμονήσει τον εαυτό της και να προσπαθήσει  να μοιάσει το παραφθαρμένο είδωλο που κατασκεύασε γι’  αυτήν η κυρίαρχη τάξη.
 Κι αν ξεγυμνώθηκαν οι  αυταπάτες μας και δεν τις  αναγνωρίζουμε θα συνεχίζουμε να ελπίζουμε σ’ αυτές;  Ωραία η ελπίδα και τι ψηλά που μας λικνίζει, για να κατακρημνιστούμε…

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΖΟΝΤΑΣ ΜΑΣ Ο ΤΡΟΜΟΣ

Λουτρό αίματος, μακελειό, αιματηρή επίθεση, σφαγή μερικοί από τους χαρακτηρισμούς για το τρομοκρατικό χτύπημα με 22 νεκρούς στο Μάντσεστερ της Μ. Βρετανίας. Το επίπεδο τρομοκρατικής απειλής στη Βρετανία αυξήθηκε από «σοβαρό» σε «κρίσιμο και η πρωθυπουργός  Τερίσα Μέι δήλωσε πως οι ένοπλες δυνάμεις θα υποστηρίξουν το έργο της αστυνομίας για την ασφάλεια επίκαιρων σημείων στις βρετανικές πόλεις.
    Μια μια οι ευρωπαϊκές χώρες παίρνουν έκτακτα μέτρα ασφάλειας με πάνοπλους αστυνομικούς ή και στρατιώτες να ελέγχουν τις πόλεις, με τα ΜΜΕ να θρηνούν τα αθώα θύματα, πολιτικές ηγεσίες και επιφανείς προσωπικότητες να καταδικάζουν Με αποτροπιασμό και τους πολίτες φοβισμένους να εκδηλώνουν την ψυχραιμία τους με διάφορα δρώμενα με κεράκια, λουλούδια, συγκεντρώσεις και αγρυπνίες.   
    Ηδη από το 2000 με τη σύμβαση του Παλέρμο του ΟΗΕ κατά του Διεθνιστικού Οργανωμένου Εγκλήματος είχε εισαχθεί η έννοια της τρομοκρατίας (οργανωμένη εγκληματική ομάδα), ένα εργαλείο της κυρίαρχης τάξης που δικαιολογούσε  την περιστολή των δικονομικών δικαιωμάτων και τους δρακόντειους περιορισμούς προσωπικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Κι αν τότε υπήρχαν κάποιες διαφοροποιήσεις για τον περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων, τα τελευταία χρόνια που πράξεις τρομοκρατικές χρεώνονται ή και τις αναλαμβάνει το ISIS η σύμπνοια όλων των ευρωπαϊκών δημοκρατιών στον τρόπο αντιμετώπισής τους δεν φαίνεται να έχει αποστάτες. Γιατί βέβαια ο αγώνας εναντίον της τρομοκρατίας συμπίπτει  με το κοινό συμφέρον, αποτελεί μάλιστα το γενικό καλό και το αστικό  κράτος που  γενναιόδωρα  τον έχει αναλάβει είναι το καλό καθαυτό.
          Κι έτσι, για να διασωθεί η αστική μας δημοκρατία πρέπει να γίνει αποδεκτή κάθε θυσία ακόμα και η στέρησή της. Ο συλλογισμός είναι απλός: όσοι τζιχαντιστές ανατινάζονται μαζί με ανυποψίαστους ανθρώπους στην καθημερινή ζωή στρέφονται στην πραγματικότητα εναντίον του ελεύθερου, ανεκτικού, δημοκρατικού τρόπου ζωής της Δύσης που πρέπει όλοι να υπερασπιστούμε, ενωμένοι υπερβαίνοντας τις διαφορές μας. Η αντιμετώπιση λοιπόν των τζιχαντιστών γίνεται προσπάθεια να πάρει τη θέση συνεκτικού δεσμού ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης, για να δεχτούν τις αποφάσεις της κυρίαρχης εξουσίας που αναλαμβάνει να διαφυλάξει την ειρήνη και ασφάλειά τους. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να πολεμηθούν οι εχθροί του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής. Καμιά θυσία λοιπόν  δεν είναι μεγάλη για την υπεράσπισή του, καμιά δημοκρατία για τους εχθρούς του. Κι όλα τα υπόλοιπα δεν υπάρχουν ή ξεχνιούνται, όπως και νάχει τελικά δεν αναφέρονται, αποτραβιούνται, ξανασπρώχνονται στο κοινωνικό ασυνείδητο, μπροστά στη σοβαρότατα  του ζητήματος της δημόσιας ασφάλειας. Κι αφού η ισλαμική τρομοκρατία  δεν αφήνει απ’ έξω καμιά χώρα του πλανήτη, δεν υπάρχει πια κανένα γεωγραφικό σύνορο της ειρήνης, του πολέμου, της ελευθερίας: αυτό το σύνορο περνά μάλλον από το εσωτερικό κάθε χώρας και το κάθε κράτος παίρνει τα όπλα και κηρύττει τον πόλεμο εναντίον της και δικαιολογεί κάθε επέμβαση και πόλεμο.
         Ο απλός λοιπόν συλλογισμός του τρόμου έχει συμπέρασμα. Ακόμα κι αν υπάρχει κανείς που να μην πιστεύει πως εκατό ή διακόσιοι τρομοκράτες μπορούν να χτυπήσουν θανάσιμα τους θεσμούς μας, αν κοιτάξει τα χτυπήματα στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στο Μάντσεστερ και στον τρόμο που προκαλούν θα παραδεχτεί πως ο κίνδυνος για τον ελεύθερο και ανεκτικό τρόπο ζωής μας είναι πραγματικός. Ποιος θα τολμούσε λοιπόν  να  υποστηρίξει το αντίθετο και δεν θα κατηγορούνταν για  συνοδοιπόρος και  διεστραμμένος εγκέφαλος; Ποιος δεν θα συμφωνούσε πως το κράτος  δεν μπορεί να καθίσει να το δολοφονήσουν χωρίς να αμυνθεί, υπερασπίζοντας τις ελευθερίες των πολιτών του; Όποιο και να είναι το τίμημα αυτή η άμυνα δεν είναι ιερό και επιτακτικό καθήκον του καθενός;  Όλοι δεν χαίρονται τα πλεονεκτήματα του αστικού κράτους  που είναι τόσο καλά μοιρασμένα, αφού έχουμε δημοκρατία και ο λαός είναι κυρίαρχος ; Αλίμονο του λοιπόν αν δεν την υπερασπιστεί.
          Κι όλοι οι πολιτικοί μαζί με τα ΜΜΕ μοιάζει σαν να  έχουν στόχο να διαγράψουν  οποιαδήποτε μορφή συγκεκριμένης πολιτικής ανάλυσης ή έρευνας αντικαθιστώντας τες με την  έξαρση του φόβου και  την πρόκληση συγκίνησης από   τις συγκινητικές προσωπικές ιστορίες. Το ζητούμενο είναι στο τέλος να δεχτούμε την εκδοχή των κυρίαρχων τάξεων που επιδιώκουν εργαζόμενοι και καταπιεστές τους να ενωθούν μπρος το κοινό κίνδυνο αυτήν την περίοδο του παγκόσμιου κινδύνου από την ισλαμική τρομοκρατία.
          Μόνο που αυτή η  τρομοκρατία δεν είναι παρά ένα υποπροϊόν των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων ανά τον αραβικό κόσμο που η άρχουσα τάξη της Δύσης που τον κατευθύνει, με προεξάρχουσα αυτή των ΗΠΑ, θα την χρησιμοποιήσει ως μια ευκαιρία για την περαιτέρω καταστολή όσων διαφωνούν στις ίδιες τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, ενισχύοντας τον κάλπικο πόλεμο στην τρομοκρατία ως πρόσχημα για τον πόλεμό τους που προκαλεί ένα χάος στον αραβικό κόσμο με αντίστοιχα οφέλη γεωπολιτικά και οικονομικά για την αστική τάξη της Δύσης. Κι είναι πολύ βολική η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών που στοχοποιεί μια θρησκεία αφήνοντας στο απυρόβλητο το καπιταλιστικό  σύστημα οργάνωσης της παραγωγής.
            Και μένει στη σκιά η πραγματική φύση των δυνάμεων του  ISIS, δημιουργία των ίδιων των ιμπεριαλιστών που αναλόγως συνθηκών και σκοπιμοτήτων τις χαρακτηρίζουν άλλοτε αντάρτες κι άλλοτε τρομοκράτες. Η τρομοκρατία τους δεν είναι καν  ένα αυθόρμητο κοινωνικό φαινόμενο, είναι ένα μέσο του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που παραπλανά και αποπροσανατολίζει τις καταπιεσμένες και περιθωριοποιημένες μάζες των «σκουρόχρωμων» της Ευρώπης, επιβάλλοντας στρεβλωμένες ιδεολογίες, καθιστώντας τες ακίνδυνες για την άρχουσα τάξη, με το να βάζουν τις εργαζόμενες μάζες τη μια ενάντια στην άλλη. Όλη αυτή η τρομοκρατία, με ανθρώπους που θυσιάζουν τη ζωή τους σπέρνοντας το θάνατο,  μοιάζει να μην έχει άλλο στόχο παρά να σπείρει τον τρόμο, χωρίς στρατηγική, χωρίς πολιτικό σχέδιο μεγαλύτερης πνοής που να εξυπηρετεί άλλους από τους ίδιους τους ιμπεριαλιστές, οι οποίοι διεξάγουν πολέμους, είτε συγκεκαλυμμένα είτε δια αντιπροσώπων, ενώ ισχυρίζονται πως υπερασπίζονται τον ανθρωπισμό. Η τρομοκρατία είναι ένα πραγματικό φαινόμενο που συνεχώς κάνουν πως πολεμούν για τον απλό λόγο ότι είναι πιο εύκολο να στρέφεσαι εναντίον ενός φτιαχτού εχθρού  παρά εναντίον του πραγματικού εχθρού. Στον πραγματικό εχθρό, τα εργαζόμενα στρώματα, η κυρίαρχη τάξη θα ήθελε να αρνηθεί ως και την ιδιότητα του εχθρού της. Για να γίνει πειστικός ο λόγος της  οι εργαζόμενοι, μαζί της, να πάρουν θέση εναντίον αυτής της παρανοϊκής τρομοκρατίας, αν όχι είναι εχθροί του κοινού καλού. Κι εναντίον αυτού του  δημόσιου εχθρού τα πάντα είναι θεμιτά, όλα επιτρέπονται. Πρέπει λοιπόν να πιστέψουν πως η τρομοκρατία  είναι ο εχθρός.
           Γι’ αυτό και οι  παλαιστίνιοι απεργοί πείνας στις ισραηλινές φυλακές που διεκδικούν ανθρώπινες συνθήκες κράτησης έχουν βρεί ελάχιστο χώρο και στον κυρίαρχο λόγο και στα ΜΜΕ, αν εξαιρέσουμε τη διαφήμιση της πίτσας Hut με τον ξεδιάντροπο κυνισμό της,  όπως και το εργατικό ατύχημα στον Ασπρόπυργο με  τραυματισμένους  τρεις εργαζόμενους.
                

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΟΣ

Γιουροβίζιον,survivor, τραμπουκισμοί, ιδεολογικές ψευδαισθήσεις ελευθερίας έχουν απογυμνώσει τη ζωή μας επηρεάζοντας τη σκέψη μας και εμπεδώνοντας συναισθήματα  και αντιλήψεις από τα οποία έχει πολλά να αναμένει ο φασισμός. Και το ερώτημα, γιατί η διερεύνηση των αιτίων όλων αυτών αποφεύγεται, παραμένει αναπάντητο επιμένοντας στην περιγραφή των συμπτωμάτων μιας κατάστασης που μοιάζει να μας οδηγεί αναπόδραστα στη μοιρολατρία και εφησυχασμό.
          Σε τηλεοπτικές παραγωγές όπως το survivor, σε τραμπουκισμούς φασιστών όπως του Θ. Τζήμερου και Η. Κασιδιάρη, σε λογομαχίες νομιμοποίησης φασιστικού λόγου όπως της Σ. Τριανταφύλλου, σε λεκτικούς εξωραϊσμούς από την τωρινή κυβέρνηση των νέων οικονομικών μέτρων, όπως και από τις προηγούμενες για τα δικά τους αντίστοιχα μέτρα που νομοθετούσαν, αναγνωρίζονται οι ιδεολογικοί μηχανισμοί και οι πολιτικές διεργασίες που προωθούν και διαμορφώνουν καταστάσεις συναίνεσης στον εκφασισμό της κοινωνίας που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. 
            Κι όλα αυτά δεν είναι παρά μορφές της συνολικής  παγκόσμιας, και ορμώμενης  εξ ΗΠΑ, πολιτισμικής και πολιτικής έκφρασης που  είναι στην ουσία η εγγενής έκφραση στο εποικοδόμημα της σύγχρονης καπιταλιστικής, στο στρατιωτικό και οικονομικό πεδίο, κυριαρχίας ανά τον κόσμο.     
             Στην αίτηση συμμετοχής στο τηλεοπτικό πρόγραμμα διαβάζουμε για  συμμετέχοντες, που αποκλεισμένοι σε απομονωμένη περιοχή θα πρέπει να εξασφαλίζουν τροφή, νερό, φωτιά και στέγη για την επιβίωσή τους ενώ θα διαγωνίζονται και σε ειδικές δοκιμασίες, οι οποίοι μέσα από ψηφοφορίες θα αποκλείονται από τη διαδικασία μέχρι να απομείνει ο τελικός νικητής που θα πάρει το χρηματικό έπαθλο των 100.000 ευρώ. Από τον Φεβρουάριο που ξεκίνησε το πρόγραμμα η τηλεθέασή του συγκεκριμένου προγράμματος έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ για την ελληνική τηλεόραση.
              Κι είναι άξιο απορίας, όσο υποτιμάται το παιχνίδι το αυθόρμητο και δημιουργικό στα παιδιά και προωθούνται οι ελεγχόμενες δραστηριότητές τους, τόσο θεωρείται απόλυτα φυσικό ολόκληρα προγράμματα να στηρίζονται σε παιχνίδια κατευθυνόμενα, που μοιάζουν χωρίς νόημα πέραν του θεάματος που προσφέρουν, με δέλεαρ κάποιο χρηματικό ποσό. Ακόμα κι αν οι παίκτες καταβάλλουν προσπάθεια σωματική ή  και καταπονούνται είναι ένα παιχνίδι που στην τελική φαίνεται να μην έχει άλλο στόχο από το θέαμα και το κέρδος. Κι ενώ οι συμμετέχοντες ζουν σε πραγματικές συνθήκες, είναι όμως αυτές ομοίωμα της πραγματικότητας, αφού είναι ελεγχόμενες και κατασκευασμένες. Ούτε καν προσομοίωση της πραγματικής ζωής είναι, γιατί δεν έχει στόχο να την αναπαραστήσει για εξοικείωση με συνθήκες που επιτρέπουν την κατανόησή της, όπως στα παιδικά παιχνίδια όπου τα παιδιά προβάλλουν τον εαυτό τους στις δραστηριότητες των ενηλίκων μέσα στο συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Τα παιδιά μέσα από το παιχνίδι ενισχύουν την κοινωνική αλληλεπίδραση, έκφραση και επικοινωνία, δομώντας την εικόνα για τον εαυτό τους, τους άλλους και τον κόσμο. Σ’ αυτά όμως τα προγράμματα με τη μορφή παιχνιδιού πρωτίστως και κυρίως σημασία έχει ο εντυπωσιασμός και το θέαμα και ο κατακερματισμός της πραγματικότητας και της προσωπικότητας. Αυτού του είδους τα τηλεοπτικά προγράμματα μοιάζουν πολύ με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, που για ενήλικες και παιδιά αποτελούν την ελκυστικότερη από τις δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου.  Και μπορεί αυτού του είδους τα «παιχνίδια» να αποτελούν υποκειμενικές, δηλ. της παραγωγής, αναπαραστάσεις του πραγματικού κόσμου και να εστιάζουν σε συγκεκριμένες πτυχές του που προβάλλουν με εμφατικό τρόπο, θέλουν όμως να δώσουν την εντύπωση,  με την εμπλοκή της πραγματικότητας, για μια αντικειμενικότητα, συγχέοντας έτσι τα όριά τους κι αποπροσανατολίζοντας και τους θεατές από τη δική τους πραγματικότητα.
           Συγχρόνως, τέτοιες τηλεοπτικές παραγωγές μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε τα κοινωνικά μοντέλα τα οποία προωθούνται στην εποχή μας. Κι αυτό που επικρατεί στην εκπομπή είναι η ανταγωνιστική τάση, η μείωση και διαστρέβλωση της αξίας της επικοινωνίας με το πραγματικό περιβάλλον ̶ εφόσον στην πραγματικότητα η ενασχόληση με το ασήμαντο και αδιάφορο που ανάγεται σε σημαντικό, γίνεται σ’ ένα εικονικό περιβάλλον που ελέγχει η παραγωγή, η οποία το διαμορφώνει για τους παίκτες και το εκπέμπει επιλεκτικά στους θεατές ̶  η ανάδειξη δεξιοτήτων όπως η ταχύτητα των αντανακλαστικών, η αποδοχή κάθε μικροπρέπειας και υπονόμευσης ανάμεσα στους παίκτες. Κι ο θεατής παραμένει παθητικός σ’ αυτή τη δουλειά μεταβίβασης του  μηνύματος καλά καλυμμένου κάτω από τόνους συναισθηματισμού. Κι είναι αυτό που ενδιαφέρει την εξουσία για να επιτύχει την απολιτικότητα των μεγάλων μαζών με τη διάδοση και εμπέδωση μοντέλων που θεαματοποιώνττας  την συγκίνηση, αποχαυνώνοντας τις αισθήσεις, καταβροχθίζοντας τη λογική μεταμορφώνουν τις αξίες και αντιλήψεις της αστικής τάξης που διασφαλίζουν την κυριαρχία της σε τρόπο ζωής και κοσμοαντίληψη όλου του κοινωνικού συνόλου.
        Επιπλέον, η εξασφάλιση της συναίνεσης ή ανοχής σε υπάρχουσες καταστάσεις και ο εφησυχασμός για να προωθηθούν καταστάσεις με την πρακτική της σταδιακής αποδοχής γίνεται και με την εκμετάλλευση όλων των δημοκρατικών θεσμών προς όφελός της κυρίαρχης τάξης. Έτσι η αναγνώριση της ελευθερίας της έκφρασης μπορεί να προβάλλεται πως υπηρετεί τη διαφωνία και το διάλογο, αλλά και να συγκαλύπτει αντιπαραθέσεις και να δείχνει πως συμφιλιώνει αυτά που δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Η μήνυση εναντίον της Σ. Τριανταφύλλου για άρθρο της εναντίον του Ισλάμ εκτός που στάθηκε μια καλή ευκαιρία για να γίνει υπενθύμιση της ελευθερίας της έκφρασης που απολαμβάνουμε στην αστική μας δημοκρατία, προς δόξαν της τελευταίας, μεταμόρφωσε έναν χυδαία ρατσιστικό λόγο σε προβληματισμένη άποψη. Κι όλη αυτή η ιστορία δεν δείχνει παρά πόσο αφελές είναι να θεωρούμε πως ο όποιος λόγος παράγεται και λειτουργεί αυτόνομα. Αντίθετα, συναρτάται με τις εκάστοτε πραγματικές συνθήκες, οι οποίες όταν περνάνε από φάσεις που ραγίζουν τις σχηματισμένες προδιαθέσεις και αντιλήψεις τότε εν ονόματι της ελευθερίας του λόγου οι ρατσιστικές ή άλλες απόψεις διαχέονται στην κοινωνία δίνοντας την εντύπωση πως γίνονται εν αγνοία ή και αντίθετα με την κυρίαρχη εξουσία. Άλλωστε, επειδή το σύστημα λειτουργεί σε συμβίωση με τους δημοκρατικούς θεσμούς δεν μπορεί πάντοτε να παρασιωπά τις εσωτερικές μέσα στο ίδιο σύστημα αντιθέσεις των συμφερόντων ούτε να αγνοήσει ολότελα την αντιπαράθεση, μπορεί όμως να την αλλοιώσει. Κι έτσι στην περίπτωση της Σ. Τριανταφύλλου η αντιπαράθεση μετατίθεται στη φίμωση ή όχι του λόγου και όχι στον ίδιο το ρατσιστικό της λόγο. Κι αυτό δεν δείχνει παρά πόσο η κυρίαρχη εξουσία την όποια αντιπαράθεση προσπαθεί να την ελέγχει επιλέγοντας τους εκφραστές της άλλης θέσης και της άλλης πρότασης στους οποίους θα προσφέρει το ελεγχόμενο βήμα, που όταν είναι δημόσιο είναι μικρότερης εμβέλειας. Και στην προκειμένη περίπτωση ο άλλος λόγος είναι η ελευθερία της έκφρασης που βέβαια κανείς που υπηρετεί την άρχουσα τάξη δεν τη στερείται.
            Και δεν είναι λοιπόν υπερβολή πως όλα τα μέσα της αστικής μας δημοκρατίας καταλήγουν να δουλεύουν μόνο για την υπεράσπισή της κυρίαρχης τάξης, όταν αυτή λειτουργεί ερήμην μας. Γι’ αυτό και είναι καιρός πια να αναγνωρίσουμε οι εργαζόμενοι τα όρια πέρα από τα οποία αυτό που φαίνεται διαφωνία μας γίνεται αντίθεση και σύγκρουση.